Μεσσηνιακά παραμύθια (Παππούλια Πυλίας)

Τσουντζέκηδες (Παππούλια Πυλίας)
Καθ’ υπαγόρευση Γιαννούλας Πολυχρονοπούλου γεννηθείς το 1900

Μια φορά κ’ έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κ’ είχ’ ένα κορίτσι, την πεντάμορφη του κόσμου. Πέθανε η μάνα του κ’ έμεινε το κοριτσάκι. Παντρεύτηκε ο πατέρας του κ’ επήρε άλλη μάννα. Ετούτη είχ’ έναν καθρέφτη κ’ εμίλαε ο καθρέφτης. Πήαινε στον καθρέφτη και σιαζότανε, στολιζότανε κ’ έλεε, «πέσε μου, καθρέφτη μου, καθρεφτάκι μου, ποια είν’ έμορφη σ’ αυτήν την χώρα;» «Έμορφή ‘σαι και καλή, σαν την πεντάμορφη δεν είσαι». Η μητρυιά θέλησε τότε ναν το χαλάσει το κοριτσάκι, κ’ εκάλεσε τους ψυχοϊούς του και τους λέει, «θαν το βγάλουτε όξω σε σε δάση μεγάλα ναν το χαλάσουτε και να μου φέρουτε το συκώτι του ναν το φάου».
Εκεί που το πήανε στο δάσο το κοριτσάκι ναν το χαλάσουνε έπεσε στα γόνατά τους και τους είπε, «μη με χαλάτα, στου πατέρα μου το σπίτι δαν ξαναπατά’ γω». Κ’ εκεί σηκώθηκε κ’ έφυγε, και αυτοί σφάξανε ένα αγριογούρουνο, να πάνε της μάνας του να φάει το συκώτι.
Το κορίτσι τράβηξε ίσια. Είδε νιά φωτίτσα κ’ επήγε, ήταν ένα σπίτι. Βρήκε εφτά κρεββατάκια κι εφτά τραπεζάκια κι εφτά περουνάκια κι εφτά φετούλες κι εφτά πιατάκια κ’ εφτά κουπίτσες. Κ’ επήρε από νιά μπουκίτσα ψωμάκι την κάθε φετούλα και νιά περουνίτσα φαγάκι από κάθε πιατάκι και νιά μπουκωσίτσα κρασί από κάθε κουπίτσα. Κ’ επήγε κ’ εκυλίστηκε απάνου στα κρεβατάκια και το τελευταίο της ήρθε ίσια ίσια.
Πήαν το βάδυ οι τσουντζέδες. «Κάποιος έφαε από το πιατάκι μου», λέει. «Κ’ εμένα από το δικό μου πιάτο», λέει. Λέει, «κάποιος εκυλίστει στο κρεβάτι μου». «Και στο δικό μου», λέει ο άλλος.
Και ο τελευταίος, «βρήκαμε και νι’ αδερφή, μην τη ξυμνάμε, να την κάνουμ’ αδερφή». Εξύμισε το κοριτσάκι. «Πως ευρέθεις εδώ; …εμείς αδερφή δεν έχουμ’ άλλη. Να κάτσεις να σε κάνουμ’ αδερφή και ότι θέλεις να σου παίρνουμε. Θα μεινέσκεις την ημέρα μαναχή σου και το βράδυ θα ‘ρχόμαστε μεις, θα πηαίνουμ’ απάνου στο βουνό να κόβουμε μάρμαρα».
Η μάνα της επήαινε στον καθρέφτη κ’ έλεγε: «πέσε μου, καθρέφτη μου, καθρεφτάκι μου, ποια είν’ όμορφη σ’ αυτήν τη χώρα;» «Έμορφή ‘σαι και καλή ‘σαι, σαν την πεντάμορφη δεν είσαι!». Αυτή επήε κ’ επήρε πραμάτεια κ’ εγύριζε ούλα τα χωριά. Εγύρισ’ ούλα τα χωριά και δεν ευρήκε την πρόγονά της. Ενύχτωσε κ, εγύρισε να πάει στο σπίτι της, αλλά τηράει νιά φωτίτσα, «ας πά’ και σε κείνη τη φωτίτσα να ιδώ». Φώναζε κ’ έλεε: «ζώστρες, καλές ζώστρες!» «Καλές είναι οι ζώστρες μου, ποιος το είπε που δεν είναι καλές; Για κάτσε να σου φορέσω μίνια να ιδείς». Μόλις την έζωσε, εξεράθει.
Ήρθαν το βράδυ οι τσουντζέδες. «Η-γι-αδερφή μας πέθανε», είπανε και την ψάχνανε από τι επέθανε. Την ευρήκανε σφιγμένη στη μέση. Παίρνουν ένα μαχαιράκι και της κόβουνε τη ζώστρα. «Ά – λέει – τι καλά κοιμώμουν αδερφούλια μου!» Λέει ένας: «συ, αδερφή μου, ήσουνα πεθαμένη, που την ευρήκες τη ζώστρα; Και ποιος στη φόρεσε;» «Νιά γυρολόισσα πέρναε και μου είπε, είναι πολύ καλές ζώστρες και μου εφόρεσε αυτή». Άλλοτες δε στο υπιτρέπουμε να ψωνίσεις τίποτα μαναχή σου, χωρίς να είμαστε εμείς. «Ότι καλά θέλεις να σου φέρνουμε, να μας το λες εμάς».
Η μητρυιά επήε πάλε στο καθρέφτη της κ’ είπε: « Πέσε μου, καθρέφτη μου…»: «Σαν την πεντάμορφη δεν είσαι», της λέει ο καθρέφτης. Παίρνει ένα μήλο και το φαρμακώνει. Πήρε κ’ ένα γαϊδούρι και αγόρασε κοφινάκια κ’ έβαλε μήλα μέσα πολλά. Εγύριζε στα χωριά και τα πούλησε τα μήλα, κι άφησε ένα μήλο καλό και το φαρμακωμένο. Κ’ έλεε: «μήλα, καλά μήλα!». Εβγήκε πάλε αυτή στο παρεθύρι. Της λέει: «έλα, κόρη, να πάρεις μήλα πόχουμε καλά». «Δεν είναι καλά τα μήλα σου!» «Ποιος το είπε που δεν είν’ καλά; Για ναν το κόψουμ’ ένα ναν το φάμε να ιδείς… Ορίστε το μισό εσύ και το μισό εγώ… Δεν είν’ καλό;» Πάρε κι αυτό το ακέριο». Αυτή το πήρε. Με την πρώτη δαγκωσιά που έφαε, της έκατσε στο λαιμό.
Πήαν το βράδυ τα τσουντζέδάκια, τη βρήκανε πεθαμένη. Αρχινάγαν και την ψάχανε μήμπως ευρούνε τίποτα σφιμένη απάνου της. Δεν ευρήκανε τίποτα. Φκειάσανε μαρμαρόκασσα και την πήαν απάνου στο βουνό που εκόβανε μάρμαρο. Ο μικρότερος αδερφός εκαθόταν και τη φύλαε νύχτα και ημέρα. Και μια ημέρα ήταν ένα βασιλόπ’λο κ’ εκυνήγαε. Του λέει: τι φυλάς ευτού;». «Η αδερφή μας επέθανε και την έχουμε στη μαρμαρόκασσα και το φυλάμε». «Μπορούμε να την ιδούμε;» «Τι θέλει να ιδείς το πεθαμένο σώμα;», είπε κι αντισήκωσε το καπάκι και την είδε. «Πόσα θέλεις να σου δώκω, για να την πάρω;». «Τι να πάρεις το πεθαμένο κορμί;» «Δό μου τη κι ας είναι πεθαμένο. Περίμενε νιά ώρα να στείλω κάτου αντρώπους να ‘ρθούνε ναν την πάρουνε». Εκάλεσε ουλουνούς τους βασιλιάδες, για να κάμει το γάμο.
Πήανε οι αντρώποι ναν την πάρουνε. «Προσέχτε κάτου που θαν τη φέρνουτε μήμπως σκοντάψουτε και τη χαλάστε». Κι όπως επήανε και την πήρανε, εσκοντάψανε κ’ έπεσε κ’ εβροντήχτηκε κ’ επετάχτηκε το μήλο. Εσηκώθει και την πήρανε μπροστά και την πήανε στο βασιλιά.
Η μητριά της πήε στον καθρέφτη κ’ έφκειασε την πίττα να πάει στο γάμο, χωρίς να ξέρει ότι ήτανε η προγονά της. Φκειάστηκε, στολίστηκε κ’ επήε στον καθρέφτη κ’ είπε: «πέσε μου, καθρέφτη μου, καθρεφτάκι μου, ποια είν’ έμορφη σε του’ τη χώρα;». «Έμορφή ‘σαι και καλή ‘σαι, σαν την πεντάμορφη δεν είσαι συ». Του λέει του βασιλιά: «δεν πά’ ‘γω στο γάμο, γιατ’ είν’ η πεντάμορφη του κόσμου εκεί». «Ή στο γάμο θα έρθεις είτ’ εγώ θα σε χαλάσω», είπε ο βασιλιάς. Στο γάμο επήανε. Έκαν’ έτσι, είδε την πρόγονά της κι από τη στενοχώρια της, που δε μπόρεσε ναν τη χαλάσει, έσκασε.
Εζήσαν καλά κ’ εμείς καλύτερα
Εκείνοι στ’ αγκάθια
κ’ εμείς στα βαμπάκια.
Έτσι τα λέν τα παραμύθια,
ή ψέματα ή αλήθεια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΡΟΠΗΣ

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΑΣ

Αναστηλώνεται το σπίτι της Κάλλας