Μεσσηνιακά παραμύθια (Κοπάνιτσα Τριφυλίας)

Ο παπάς καί ή παπαδιά. (Κοπάνιτσα Τριφυλίας)
Καθ’ υπαγόρευση Ελένης Γαλάνη γεννηθείσα το 1858


Παραμύθι μυθικό
κάτσε χάμου νά σ' τό ειπώ

Ήτανε νιά παπαδιά κι αγάπαε ένα γείτονά της και θελησε ν' αφήκει τον παπά της να πάρει κειν' το γείτονα της. Κ' εφτειάσανε με δαύτονε απο το 'να σπίτι 'ς τ' άλλο ένα λαγούμι κ' επερνωδιάβαινε ή νοικοκυρά. Του λέει του παπά της ότι ο γείτονας εκεί παντρεύεται. "Ποιά παίρνει", της λέει "μνια απο τήν άλλη ρούγα, τη Σταμάτα". Καλειούνε τον παπά να πα' να' στεφανώσει. Επήγε ο παπάς εκεί εμπήκε η παπαδία απο το αλλό μέρος κ' ευρέθει νύφη. Πάει ο παπάς να στεφανώσει τηράει... ήτανε η παπαδιά του! Τού 'ρθε απορία. Λέει "ρε παιδιά για στακάτε λησμόνηκα κάποιο χαρτί." Πάει 'ς το σπίτι του μπαίνει εκείνη πάλε από το καταφύγιο τη βρίσκει μεσα. Του λέει "παπά μου γιατί ήρθες; δε στεφανώνεις τους ανθρώπους;". "Κάτι αλησμόνηκα". "Άϊ- του λέει - πήγαινε να στεφανώσεις τους ανθρώπους σταλίζουνε και σε περιμένουμε..." Πάει ο παπάς ο μαύρος και τη βρίσκει πίσω και καμαρώνει 'ς του γαμπρού το σπίτι. Τηράει για να στεφανώσει ο παπάς να κάμει αρχή, δεν του 'κάνε καρδιά". Τους λέει "παιδιά μου, στακάτε, κάτι αλησμόνικα πάλε,να πάου 'ς το σπίτι μου". Πάει 'ς το σπίτι του ο μαυρο-παπάς, την βρίσκει πίσω μπουμπούκι την παπαδιά. Του χτυπάει εκείνη, του λέει: "γιατί φεύγεις και δεν στεφανώνεις τους ανθρώπους;" Είπ' αυτός: "μου φαίνεται σάμπως είσαι εσύ,-της λέει-δεν μου κάνει καρδιά να στεφανώσω". Του λέει "και πια; δε μοιάζουνε-του λέει-οι γυναίκες; δεν παραμοιάζουνε;". Αϊ, πλιά πήγε ο παππάς κ' εστεφάνωσε την παπαδιά. Εβάλανε τραπέζι κ' εκάτσανε, όπως κάνουνε και βάνουνε τραπέζι να φάνε και να γλεντίσουνε και τον παπά τον εβάλανε 'ς την απάνου μεριά. Και τον εμεθύσανε τον παπά, εξεράθη ο παπάς. Τον πήρανε και τον πήγανε παραπέρα 'ς ενα δίστρατο και του κόψανε τα μαλλιά και τόνε μπαρμπερίσανε και τον κάναν εύζωνα. Η παπαδιά η νύφη και οι ρέστοι συμπέθεροι γλεντάγανε, αλλά είχανε αγνάντιο τον παπά. Ανανοήθηκε ο παπάς κανιά φορά. Τηράει... από παπάς ήτανε εύζωνας! δεν ήξερε τι τρέχει. "Βρε-λέει-εγώ ήμουνα ο παπάς. Ετώρα γιατί έχω ευζωνικά:" και είχε τα ντουφέκια του ούλα του. Κ' εψαχόντανε... Εκείνοι τον αγναντέυανε. Του λένε από τ' αγνάντιο "στρατιώτη στρατιώτη! " Χάπ εκοίταξ' εκείνος "ορίστε !". τους είπε. "Ο καπετάνιος σε περιμένει παραπέρα πάνε μπροστά οι άλλοι " του είπανε. Επήρε κ' εκείνος το ντουφέκι του και τα πράματα του και έφυγε. Κι ακόμα φεύγει...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΡΟΠΗΣ

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΑΣ

Αναστηλώνεται το σπίτι της Κάλλας