Η Μερόπη στα 1933 – 1936

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010 Αναρτήθηκε από ΚΡΕΣΦΟΝΤΗΣ


Μέρος δεύτερο

Μετά το πρώτο μέρος που δημοσιεύσαμε με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Μερόπη κατά την περίοδο 1933 – 1936, ακολουθεί το δεύτερο αυτό μέρος μέσα από το οποίο θα δούμε και θα γνωρίσουμε το φυσικό περιβάλλον της Μερόπης, τα πλουτοπαραγωγικά της στοιχεία κ.α. Να θυμίσουμε ότι πηγή όλων των ιστορικών αυτών ντοκουμέντων που παρουσιάζουμε με τίτλο «Η Μερόπη στα 1933 – 1936» είναι τα αρχεία των γεωργοοικονομικών μελετών της τεχνικής υπηρεσίας της Αγροτικής Τράπεζας και η έκθεση που συνέταξε η υπηρεσία αυτή για την περιφέρειά μας τη συγκεκριμένη τετραετία. Μέσα από τη τεράστια έκταση της έκθεσης αυτής προσπαθήσαμε να συλλέξουμε και να δημοσιεύσουμε τα στοιχεία εκείνα που παρουσιάζουν γενικότερο ιστορικό ενδιαφέρον, παραλείποντας πολλά άλλα με εξειδικευμένα επιστημονικά ενδιαφέροντα.
Έχουμε ιδιαίτερη χαρά που δημοσιεύουμε για πρώτη φορά άγνωστα στοιχεία του τόπου μας με απίστευτης έκτασης λεπτομέρειες, πιστεύοντας ότι έχουν πια μνημειακή αξία για τη περίοδο που η Μερόπη ήταν στο απόγειο της ακμής της. Ας δούμε όμως πώς παρουσιάζεται το χωρίο μας μέσα από αυτά τα αρχεία:

Φυσικό περιβάλλον - πλουτοπαραγωγικά στοιχεία

Κλίμα Η Μερόπη χαρακτηρίζεται από πολύ μακρύ και θερμό καλοκαίρι και από ήπιο και πολύομβρο χειμώνα, με μέση ετήσια θερμοκρασία 18,7 oC. Το κλίμα από άποψη θερμοκρασίας χαρακτηρίζεται εύκρατο.
Ψυχρότερος μήνας του έτους είναι ο Ιανουάριος με μέση θερμοκρασία 11,2 oC, ενώ θερμότερος είναι ο Αύγουστος, με μέση θερμοκρασία 27,4 oC.
Στη Μερόπη λόγω της ηπιότητας του κλίματος δεν έχουμε ολικούς παγετούς. Μερικοί παγετοί εμφανίζονται, αλλά πολύ σπανίως. Οι μερικοί παγετοί είναι πολύ επικίνδυνοι για τις σταφιδαμπέλους και τις κηπευτικές καλλιέργειες (κυρίως πατάτα) όταν εμφανίζονται τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, καθώς οι νεαροί βλαστοί είναι πολύ τρυφεροί. Έτσι, το 1929 και το 1931 είχαμε ολοκληρωτική καταστροφή των σταφιδάμπελων και συκόδεντρων από τους μερικούς παγετούς.
Ο μέσος ετήσιος αριθμός ημερών βροχής είναι 91,4.
Ο Δεκέμβριος έχει τις περισσότερες βροχερές μέρες, με μέσο όρο 14 μέρες και τις λιγότερες ο Ιούλιος με 1,7. Οι βροχές χαρακτηρίζονται από ένταση αλλά όχι από διάρκεια. Η ισχυρότερη βροχή που έχει καταμετρηθεί ποτέ στη περιοχή, τόσο από ένταση όσο και από διάρκεια, συνέβη την 1 Μαΐου 1894. Οι καταιγίδες παρατηρούνται κυρίως κατά το φθινόπωρο και το καλοκαίρι, σε αντίθεση με το χαλάζι που συνηθίζεται το χειμώνα και την άνοιξη. Η χαλαζόπτωση επιφέρει ζημιές την εποχή του χειμώνα κυρίως στα εσπεριδοειδή, πληγώνοντας τους καρπούς τους, και την άνοιξη στις σταφιδαμπέλους και τις πατάτες καταστρέφοντας τους νεαρούς βλαστούς.
Οι παρατηρήσεις των τελευταίων ετών δείχνουν το χιόνι άγνωστο στη περιφέρεια.
Σε όλη τη διάρκεια του έτους είναι έντονη η παρουσία της πάχνης σε βαθμό που τα φυτά να φαίνονται τελείως βρεγμένα. Κατά τον χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης συχνά εμφανίζεται ομίχλη. Η μέση ετήσια τιμή της υγρασίας είναι 67,0.
Υδρολογία
Χείμαρροι Η Μερόπη, λόγω του μεγάλου ετήσιου ποσού βροχής και της ραγδαιότητας των βροχών που δέχεται, παρουσιάζει πολύ ευνοϊκό περιβάλλον για τη δημιουργία χειμάρρων. Τη δράση των ομβίων υδάτων βοηθούν και οι απότομες κλίσεις των ορεινών της περιοχών καθώς και η γεωλογική πετρολογική της σύσταση.
Ο κύριος χείμαρρος της Μερόπης είναι ο Δουράκος ο οποίος έχει λεκάνη απορροής 55,9 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το χείμαρρο αυτό σχηματίζουν δύο κυρίως κλάδοι, ο χείμαρρος Δεσπότης ή Βάγια και ο κυρίως Δουράκος. Τον πρώτο σχηματίζουν οι μικροί χειμαρρίσκοι:
1) Ο Ξεριάς ή Μεγάλο Ρέμα. Πηγάζει πάνω από το χωριό Μπάλα και χύνεται στο κύριο κλάδο, Δεσπότη, 300 μέτρα κάτω από την εθνική οδό. Το πλάτος και το βάθος της διατομής του είναι 1 – 1,5 μ. Ο χείμαρρος αυτός δεν προξενεί ζημιές.
2) Το Βαθύ Ρέμα. Προέρχεται από το χωριό Σιάμου και ενώνεται με το ρέμα της Αλλαγής δίπλα στην εθνική οδό Τσακώνας – Καλαμάτας. Αυτός πλημμυρίζει και καλύπτει με άμμο κυρίως και ελάχιστα χοντρά υλικά περίπου 65 στρέμματα με σταφιδάμπελους και αμπέλια, 20 στρέμματα με συκιές και 2 στρέμματα ελαιώνων. Η ζημιά που προκαλεί ανέρχεται σε 38.250 δρχ. ετησίως. Έχει πλάτος 1 – 1,5 μ. και ύψος 0,5 – 1 μ.
3) Καλαμάκι. Προέρχεται κι αυτό από το χωριό Σιάμου, καλύπτει με άμμο και χοντρό χαλίκι 27 στρέμματα συκοπερίβολα και 8 στρέμματα αμπέλια. Η κοίτη του έχει την ίδια διατομή με το προηγούμενο. Εκβάλει κι ενώνεται με το χείμαρρο της Αλλαγής στην εθνική οδό. Προκαλεί οικονομική ζημιά 14.150 δρχ. ετησίως.
4) Μπούρα. Καλύπτει με άμμο 20 στρ. με συκοπερίβολα και 10 στρ. σταφιδάμπελους. Η ζημιά ανέρχεται ετησίως σε 12.000 δρχ.
5) Ο χείμαρρος του χωριού Αλλαγής της κοινότητας Μερόπης. Πλημμυρίζει περιοδικά περίπου 100 στρ., κυρίως ελαιώνες, στους οποίους προκαλεί ελάχιστες ζημιές.
Όλοι οι παραπάνω χείμαρροι ενώνονται κάτω από την εθνική οδό και δημιουργούν το χείμαρρο Δεσπότη. Αυτός λίγο χαμηλότερα ενώνεται με τον χείμαρρο Βάγια του χωριού Ανθούσα (Ζέζα). Τις ζημιές που προκαλεί ο κύριος κλάδος του Δεσπότη θα τις αναφέρουμε πιο κάτω.
Ο χείμαρρος Δουράκος (ο κύριος κλάδος του) πηγάζει από τη θέση Κόκαλα της κοινότητας Μερόπης, διέρχεται μέσα από το χωριό, και παίρνει κατεύθυνση παράλληλη με την οδό Μερόπης – Μελιγαλά και ενώνεται με το Δεσπότη στο τέλος της οδού στο σημείο της γέφυρας. Ο Δουράκος πάνω από τη Μερόπη προσχώνει με ψιλά και χοντρά χαλίκια περίπου 200 στρ. ελαιώνες και 50 στρ. συκοπερίβολα. Ζημιά όμως προκαλείται μόνο στα συκοπερίβολα η οποία ανέρχεται στο ποσό των 22.500 δρχ. ετησίως. Σε μεγάλες πλημμύρες το νερό εισέρχεται και στα υπόγεια και ισόγεια των σπιτιών της Μερόπης επιφέροντας ζημιές στα γεωργικά προϊόντα.
Οι δύο κύριοι κλάδοι του Δουράκου, ο Δεσπότης και ο Δουράκος, πλημμυρίζουν συνολικά περίπου 1000 στρ. αγρούς και 500 στρ. σταφιδάμπελους. Οι πλημμύρες διαρκούν μέχρι τον Ιούνιο και οι αγροί δεν μπορούν να καλλιεργηθούν ούτε για χειμερινά ούτε για καλοκαιρινά σιτηρά, αλλά παραμένουν ως λιβάδια (λειμώνες) με ικανοποιητική απόδοση χόρτου (400 οκάδες ανά στρέμμα αξίας 400 δρχ.). Αν αυτές οι εκτάσεις καλλιεργούνταν με βαμβάκι, η παραγωγική αξία του στρέμματος θα ήταν τριπλάσια.
Η ζημιά που προέρχεται από τις πλημμύρες των σταφιδάμπελων ανέρχεται στις 255.000 δρχ.
Η συνολική αξία της ζημιάς που προκαλείται από τον Δουράκο και το σύνολο των χειμαρρίσκων στην Μερόπη είναι 365.100 δρχ. περίπου ετησίως.

Πηγές, πηγάδια, υδροφόρος ορίζοντας
Ο υδροφόρος ορίζοντας στη Μερόπη, η οποία να σημειώσουμε έχει 90 μ. υψόμετρο, βρίσκεται σε σταθερά μικρό σχετικά βάθος (3 – 12 μέτρα).
Καρτεσιανές πηγές στο χωριό δεν υπάρχουν, υπάρχουν όμως 4 πηγές επαφής ή υπερχειλίσεως.
Η κοινότητα της Μερόπης απαριθμεί συνολικά 300 πηγάδια , το βάθος των οποίων κυμαίνεται από 6 ως 8 μέτρα. Το ύψος του νερού στα πηγάδια κατά την καλοκαιρινή περίοδο είναι 2 μέτρα. Τα πηγάδια αυτά έχουν αρκετή παροχή νερού ικανή να αρδεύσει 5 – 15 στρ. δενδρωδών καλλιεργειών.

Κοινωνική και οικονομική οργάνωση των κατοίκων
Διοικητική οργάνωση. Η Μερόπη ανήκει στην επαρχία Μεσσήνης.
Τα έσοδα της κοινότητας προέρχονται κυρίως από το ποσό που της αναλογεί από την άμεση κρατική φορολογία του ελαιόλαδου και των σύκων. Σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες κοινότητες της Άνω Μεσσηνίας που τα έσοδά τους είναι μέτρια και κυμαίνονται από 15.000 – 30.000 δρχ., η Μερόπη παρουσιάζει προϋπολογισμό της τάξης των 100.000 δρχ. Έτσι βλέπουμε ότι ενώ ολόκληρος ο προϋπολογισμός των υπόλοιπων κοινοτήτων απορροφάται από τα έξοδα διοικήσεως, στη κοινότητα της Μερόπης υπάρχουν τα οικονομικά περιθώρια που επιτρέπουν την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας. Συχνά επιβάλλεται από τη κοινότητα η προσωπική εργασία για τη συντήρηση και επιδιόρθωση αγροτικών δρόμων και κάποιες φορές αμαξιτών οδών. Γενικά όμως δε μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα της προσωπικής εργασίας εφαρμόστηκε σωστά από τις κοινότητες και δεν απέδωσε τα ποθούμενα αποτελέσματα. Και εδώ η δραστηριότητα των κοινοτήτων είναι μηδαμινή και κανενός την προσοχή δε διαφεύγει ότι η πρώτη φάση της αυτοδιοίκησης απέτυχε υπό τις παρούσες συνθήκες.

Επαγγελματική και συνεταιριστική οργάνωση
Μετά τη διάλυση του ελαιοταμείου που λειτουργούσε στη Μερόπη, η μόνη οικονομική και επαγγελματική οργάνωση των παραγωγών του χωριού είναι ο συνεταιρισμός. Ο συνεταιρισμός είναι Γεωργικός Πιστωτικός με την επωνυμία «Η ΠΡΟΟΔΟΣ» και αριθμεί 106 συνεταίρους. Πρέπει να τονίσουμε ότι είναι ο μεγαλύτερος από το σύνολο των 52 που λειτουργούν σε ολόκληρο το Μεσσηνιακό κάμπο. «Η ΠΡΟΟΔΟΣ» εκτελεί σχεδόν αποκλειστικά πιστωτικές εργασίες καθώς και επεξεργασία και πώληση των σύκων. Για τον σκοπό μάλιστα αυτό, έχει ιδρύσει αποστειρωτήριο το οποίο λειτουργεί κανονικά. Συνεργάζεται με πολλούς άλλους συνεταιρισμούς για να προβαίνουν σε από κοινού αγορά χαλκού και θείου και κάποιες φορές και λιπασμάτων. Η συνεταιριστική μερίδα είναι 2.000 δρχ. και όλοι οι συνεταίροι έχουν εγγραφεί για μια μόνο μερίδα. Η ίδρυση του συνεταιρισμού έγινε το 1913 και γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του τα έτη 1923 – 1930.

Κοινωνική συναρμογή
Διάκριση κοινωνικών τάξεων δεν συναντά κανείς στη Μερόπη. Ο ελάχιστος αριθμός ακτημόνων, η έλλειψη τσιφλικούχων, το μοίρασμα της κτηματικής περιουσίας με μικρές διαφορές, η καθημερινή ανάπτυξη του επιπέδου μορφώσεως και η επικράτηση νέων αντιλήψεων δημιούργησαν ανάμιξη των κοινωνικών στρωμάτων, ώστε δύσκολα σήμερα διακρίνονται μεγάλες διαφορές μεταξύ αυτών. Σήμερα δε διακρίνουμε τάξεις που τις χωρίζει μόνο η καταγωγή αλλά αυτές στις οποίες η οικονομική επιφάνεια τους επιτρέπει να ζουν βίο περισσότερο άνετο και επιδεικτικό. Τους προύχοντες του χωριού αποτελούν κυρίως οι παντοπώλες και οι πλουσιότεροι κτηματίες. Αυτοί αναμιγνύονται στη διαχείριση των κοινών και έχουν τα μέσα να εισακούονται από τους εκάστοτε κυβερνώντες. Τυχών διαφοροποίηση της οικονομικής κατάστασης των κατοίκων έχει ως αποτέλεσμα τη κατάταξή τους στη συνείδηση των συγχωριανών τους στην ανώτερη ή κατώτερη τάξη.

Η γη ως οικονομικός συντελεστής της παραγωγής
Σχέση μεταξύ παραγωγών και γης
Η αγροτική ιδιοκτησία είναι συνήθως μικρή και διανεμημένη σε όλες τις οικογένειες. Οι ακτήμονες είναι ελάχιστοι, σε ποσοστό 3%. Επίσης είναι λίγες οι περιουσίες που χωρίς την αυτοκαλλιέργεια από τους ιδιοκτήτες τους μπορούν να παρέχουν έσοδα για τη συντήρηση των οικογενειών τους. Σε κάθε αγροτική οικογένεια αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 31 στρ., από τα οποία 2,3 στρ. είναι σταφιδάμπελοι, 2,1 στρ. αμπέλια, 8,6 στρ. συκοπερίβολα και ελαιώνες και 18 στρ. αγροί. Η αύξηση του πληθυσμού, είχε ως αποτέλεσμα τη σμίκρυνση της ιδιοκτησίας και το πολυτεμαχισμό της. Λόγω του κληρονομικού εθίμου που επικρατεί, συνήθως όλα τα τεμάχια μοιράζονται στους κληρονόμους και γι’ αυτό βλέπει κανείς κτήματα με δενδρώδεις καλλιέργειες να κυμαίνονται μεταξύ 3 – 5 στρ. και κάποιες φορές μεταξύ 0,5 – 2 στρ.

Η αξία της γης
Η αξία της γης είναι ανάλογη με τη ζώνη στην οποία βρίσκεται και εξαρτάται από την θέση και την απόσταση από το χωριό, από την ασφάλεια που έχει από τις πλημμύρες, από το αν αρδεύεται ή όχι κ. α. Κατά μέσο όρο όμως η αξία της γης ανά στρέμμα έχει ως εξής: σταφιδάμπελοι 8.000 δρχ., αμπέλια 6.000 δρχ., συκοπερίβολα και ελαιοπερίβολα 10.000 δρχ., αγροί ξερικοί 800 δρχ., ποτιστικά και κήποι με λίγα οπωροφόρα 6.000 δρχ.

Το ακίνητο κεφάλαιο
Καλλιεργημένες εκτάσεις Στη Μερόπη οι καλλιεργημένες εκτάσεις συνολικά είναι 6.400 στρ. και οι ξερικοί αγροί 800 στρ. Οι ποτιστικές εκτάσεις που χρησιμοποιούνται ως κήποι είναι 300 στρ. Το σύνολο των σταφιδάμπελων ανέρχεται στα 1.300 στρ., των αμπελοκαλλιεργειών στα 1.000 στρ., ενώ οι δενδροκαλλιέργειες (συκοπερίβολα και ελαιοπερίβολα) σε 3.000 στρ.
Το ζωικό κεφάλαιο
«Βάσει των στατιστικών και κατόπιν της καταγραφής των μεγάλων ζώων ως και των πληροφοριών τας οποίας συνελέξαμεν κατά την μετάβασίν μας εις την Μερόπην, το ζωϊκόν κεφάλαιον του χωριού έχει ως εξής την εποχήν ταύτην (1937): Ημίονοι 1, Ίπποι 52, Φοράδες 17, Όνοι 200, Αγελάδες 20, Πρόβατα οικόσιτα 300, Πρόβατα στατικά 200, Οικογένειαι κατέχουσαι τα στατικά 4, Αίγες οικόσιτοι 300, Χοίροι 300, Κυψέλαι εγχώριοι 30.
Το πάγιο άψυχο κεφάλαιο
«Τα γεωργικά εργαλεία κυρίως και τα ελάχιστα γεωργικά μηχανήματα αποτελούν το άψυχον πάγιον κεφάλαιον της κοινότητος, το οποίον κατόπιν πληροφοριών και υπολογισμών μας έχει ως εξής: άροτρα ξύλινα 135, σιδηρά 21, σβάρναι εγχώριαι 13, σιδηραί 2, ψεκαστήρες 81, θειαφιαστήρια εγχώρια 41, επώμια 2, σιτοκαθαριστήρια 1, χειροκίνητοι χορτοπιεστικαί μηχαναί 5, πιεστήρια σταφυλών 3 και πολλά διάφορα μικρά εργαλεία σκαφής και κοπής».
Το κυκλοφορικό κεφάλαιο
Ως κυκλοφορικό κεφάλαιο έχουν υπολογιστεί οι σπόροι για τις ετήσιες σπορές, οι τροφές των ζώων, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και τα μετρητά. Οι σπόροι που χρησιμοποιούνται είναι: σιτάρι, σμιγός, σίκαλη, κριθάρι, βρώμη, βίκος, φακή, ρεβίθια, λούπινα, αραβόσιτο, αραχίδα, πατάτα, κρεμμύδια κα. Οι τροφές των ζώων αποτελούνται από: άχυρο, διάφορα σανά, βρώμη – κριθάρι, αραβόσιτο, ελαιοπυρήνας, χόρτο, συκόφυλλα, φραγκοσυκόφυλλα – φραγκόσυκα και μουρόφυλλα. Ένα τμήμα των σπόρων και των ζωοτροφών προέρχεται από το εμπόριο και το υπόλοιπο μέρος από τους ίδιους. Εννοείται ότι ξοδεύονται μεγάλες ποσότητες βρώμης και κριθαριού για την διατροφή των αλόγων και των μουλαριών που χρησιμοποιούνται για εμπορικές μεταφορές ή για τα ζώα του στρατού. Ως λιπάσματα χρησιμοποιούν τα ζωικά, τα προερχόμενα όμως από συγκεκριμένα ζώα. Χρήση χημικών λιπασμάτων γίνεται ελάχιστη, σε ποσότητα που δεν υπερβαίνει το μισό σακί το χρόνο ανά οικογένεια. Για τους ψεκασμούς με θ. χαλκό απαιτούνται 7 οκ. για κάθε στρέμμα και 4 οκ. για τα αμπέλια. Αντίστοιχες ποσότητες απαιτούνται για το θειάφισμα με θείο. Σε ορισμένες εργασίες χρησιμοποιούνται και ξένα εργατικά χέρια που εκτελούν περίπου 750 ημερομίσθια. Κατά το διάστημα της συλλογής των σύκων χρησιμοποιούνται περίπου 70 κορίτσια ως εργάτριες. Μετατρέποντας σε χρηματική αξία όλο το παραπάνω κυκλοφορικό κεφάλαιο, καταλήγουμε ότι η κάθε οικογένεια διαθέτει για αυτό 34.469 δρχ. εκ των οποίων 15.560 σε μετρητά και τα υπόλοιπα σε είδη που παράγουν οι ίδιοι.

Χρηματικά δάνεια
Πριν την ίδρυση της Αγρ. Τράπεζας τα χορηγούμενα δάνεια στους αγρότες ήταν ελάχιστα κι αντιπροσώπευαν μικρά ποσά. Τα δάνεια αυτά χορηγούνταν κυρίως σε είδος και κάποιες φορές και σε μετρητά αν η ανάγκη το απαιτούσε, όπως σε περίπτωση ασθενείας, γάμου, μόρφωση των παιδιών, όπου έπρεπε η χορήγηση να γίνεται σε χρήμα. Τα δάνεια αυτά τα χορηγούσαν τα μεν σε είδος οι παντοπώλες του χωριού, τα δε σε χρήματα οι παντοπώλες πάλι ή μετανάστες, μεγαλοκτηματίες κλπ. Στους σέμπρους (ο σέμπρος ήταν αυτός που καλλιεργούσε ξένο κτήμα με συμφωνία, ο κολίγας, αλλιώς μεσακάρης ή αυτός που έβοσκε ξένα ζώα με συμφωνία) τα δάνεια τα χορηγούσαν οι ιδιοκτήτες των κτημάτων, οι οποίοι χορηγούσαν, εκτός το απαιτούμενο έγγειο, ζωικό και άψυχο κεφάλαιο, τα έξοδα της συντήρησης της οικογένειας του σέμπρου και των έκτακτων αναγκών του. Τα δάνεια τότε στηρίζονταν στην προσωπική εγγύηση του δανειολήπτη, το κεφάλαιο ήταν εξασφαλισμένο συνήθως διότι παρακολουθούνταν ο δανειζόμενος και μόνο αναβολή εξόφλησης μπορούσε να συμβεί λόγω κακής σοδειάς ή ασθένειας ή κάποιου άλλου εξαιρετικού συμβάντος. Σε αντίθεση με τους σέμπρους που συνήθως δεν πλήρωναν τόκο, οι άλλοι γεωργοί εκτός του βαρύτατου τόκου ήταν αναγκασμένοι να αγοράζουν τα είδη συντηρήσεως από τον παντοπώλη που δανείζονταν σε τιμές πολύ μεγαλύτερες από τις συνηθισμένες και να πουλάνε τα προϊόντα τους σ’ αυτόν σε χαμηλότερες τιμές.

Αγροτική ασφάλεια – αστυνόμευση
Μέχρι το 1937 ίσχυε ο νόμος της Αγροφυλακής 4491 «Περί ασφαλείας αγροτικών κτημάτων κλπ.» Η φύλαξη των αγρών είχε ανατεθεί στους αγροφύλακες, οι οποίοι εκλέγονταν από το κοινοτικό συμβούλιο και οι εκλογή τους εγκρίνονταν από τον Ειρηνοδίκη. Κατόπιν τροποποιήθηκε ο νόμος περί Αγροφυλακής με το νόμο 1010 του 1937. Στο Μελιγαλά, έδρα του δήμου Οιχαλίας, υπάρχει Ειρηνοδίκης και Αγρονόμος όπου εκδικάζουν τα αγροτικά ζητήματα. Οι ζημιές των αγρών περιορίζονται κυρίως σε παράνομες βοσκές, μικροκλοπές οπωρών και γεωργικών προϊόντων και σε δασικές παραβάσεις. Η ζωοκλοπή, κατά τα τελευταία έτη κατόπιν των αυστηρών μέτρων που εφαρμόστηκαν έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Οι αγροφύλακες αμείβονται από τους άμεσους και έμμεσους φόρους που επιβάλλονται σε χρήμα στους παραγωγούς. Ο μισθός των αγροφυλάκων είναι μικρός, 800 – 1000 δρχ. και εξ αιτίας τούτου τη θέση αυτή δεν την αναλαμβάνουν πρόσωπα φίλεργα και έντιμα, πράγμα που συντελεί στη μη καλή φύλαξη των αγρών και στη δημιουργία παραπόνων καθημερινά. Σε αυτό συντελεί και ο φιλόδικος χαρακτήρας των κατοίκων.

Τα φυτικά προϊόντα
Η καλλιεργούμενη έκταση και παραγωγή των κυριότερων φυτικών προϊόντων στη Μερόπη έχει ως εξής:
  • Σιτάρι: 100 στρ. - 5.000 οκ.
  • Κριθάρι: 50 στρ. – 3.000 οκ.
  • Βρώμη: 100 στρ. – 6.000 οκ.
  • Βίκος: 250 στρ. – (καρπός) 2500 οκ., (σανό) 40.000 οκ.
  • Λούπινα: 100 στρ. - 6.000 οκ.
  • Καλαμπόκι: 150 στρ. - 8.000 οκ.
  • Πατάτες: 100 στρ. – 80.000 οκ
  • Λινό: 40 στρ.
  • Κορόμηλα: 20 στρ.
  • Σουσάμι: 5 στρ. - 300 οκ.
  • Βαμβάκι: 20 στρ. – 600 οκ.
Τα καρποφόρα δέντρα
Ο αριθμός των καρποφόρων δέντρων στην κοινότητα της Μερόπης και η παραγωγή τους σε οκάδες έχει ως εξής:
  • Αχλαδιές: 1150 δέντρα – 5.000 οκ.
  • Μηλιές: 60 δέντρα – 300 οκ.
  • Κερασιές: 10 δέντρα – 80 οκ.
  • Βυσσινιές: 15 δέντρα – 100 οκ.
  • Ροδακινιές: 25 δέντρα – 60 οκ.
  • Αμυγδαλιές: 30 δέντρα – 200 οκ.
  • Καρυδιές: 20 δέντρα – 500 οκ.
  • Εσπεριδοειδή: 1.100 δέντρα – 400.000 οκ.
  • Συκιές: 30.000 δέντρα – 440.000 οκ.
  • Ελιές: 16.000 δέντρα – 60.000 οκ.
Σταφιδάμπελοι
Οι σταφιδάμπελοι στη Μερόπη καταλαμβάνουν συνολικά 1.300 στρέμματα έκτασης τα οποία ανήκουν σε 175 ιδιοκτήτες.
Αναλυτικότερα, η κατανομή των στρεμμάτων αυτών έχει ως εξής:
  • 83 ιδιοκτήτες κατέχουν 0,5 – 5 στρ.
  • 64 ιδιοκτήτες κατέχουν 5,5 – 10 στρ.
  • 23 ιδιοκτήτες κατέχουν 10,5 – 15 στρ.
  • 4 ιδιοκτήτες κατέχουν 15,5 – 20 στρ.
  • 1 ιδιοκτήτης κατέχει άνω των 20 στρεμμάτων.
Συνολικά στη κοινότητα παράγονται 200.000 οκ. σταφίδας.
Τα αμπέλια καταλαμβάνουν 1.000 στρ. συνολικής έκτασης τα οποία παράγουν 250.000 οκ. σταφύλια.

Τα δημόσια δάση που ανήκουν στη Μερόπη, έχουν συνολική έκταση 1.300 στρ.
Από αυτά, 500 στρ. χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι από αιγοπρόβατα, σε 100 στρ. έχει απαγορευτεί η βοσκή και σε 700 στρ. απαγορεύεται η βοσκή μόνο για αίγες.

Το κλιματοσκόπιο των σημαντικότερων καλλιεργειών έχει ως εξής:
Σιταριού
  • Σπορά: μέσα Οκτωβρίου μέχρι μέσα Νοεμβρίου.
  • Φύτρωμα: 15 μέρες από τη σπορά.
  • Αδέλφωμα: από μέσα Δεκεμβρίου ως μέσα Φεβρουαρίου.
  • Καλάμωμα: αρχές Μαρτίου.
  • Ξεστάχυασμα: αρχές Απριλίου.
  • Ωρίμανση: 15 – 30 Μαΐου.
  • Θερισμός: τέλη Μάη ως 15 Ιουνίου.
  • Αλώνισμα: 10 – 20 Ιουνίου.
Ελιάς

    • Εμφάνιση ανθών 1 – 10 Απριλίου.
    • Τίναγμα άνθους και δέσιμο καρπού 15 – 20 Μαΐου.
    • Ωρίμανση: 1 – 30 Οκτωβρίου.
Σταφίδας
    • Κλάδεμα: 1 Ιανουαρίου – 10 Φεβρουαρίου.
    • Μπουμπούκιασμα: αρχές Μαρτίου.
    • Σκάσιμο και τίναγμα άνθους: 15 – 20 Μαΐου.
    • Παρδάλισμα: 10 Ιουλίου.
    • Τρύγος: 10 – 20 Αυγούστου.
Συκιάς
  • Μπουμπούκιασμα: τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου.
  • Πρώτη φυλλογονία: 15 Μαρτίου.
  • Πλήρης φυλλογονία: 20 – 30 Απριλίου.
  • Εμφάνιση των σύκων: 20 Μαΐου.
  • Γονιμοποίηση: 10 – 30 Ιουνίου.
  • Ωρίμανση: 1 Αυγούστου.



Σύντομα θα δημοσιευθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος αυτής της έρευνας, πιστεύουμε και το πιο ενδιαφέρον, μέσα από το οποίο θα παρουσιάσουμε ενδεικτικά μερικές οικογένειες της εποχής 1933 - 1936, γνωρίζοντας τα μέλη των οικογενειών αυτών, τη ζωή τους, τη καθημερινότητά τους, και άλλα πολλά στοιχεία τους με εκπληκτικές λεπτομέρειες.

  • Digg
  • del.icio.us
  • StumbleUpon
  • Yahoo! Buzz
  • Technorati
  • Facebook
  • TwitThis
  • MySpace
  • LinkedIn
  • Live
  • Google
  • Reddit
  • Sphinn
  • Propeller
  • Slashdot
  • Netvibes

1 σχόλια:

  1. Δημοτικό Σχολείο Αγνάντων είπε...

    Σας συγχαίρω για το πολύ ενδιαφέρον άρθρο που μέσα από αυτό γίνονται φανερά τα οικονομικά- παραγωγικά- κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά της Μερόπης την περίοδο αυτή.

Δημοσίευση σχολίου

Tο Meropitopik δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και ο διαχειριστής διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το Meropitopik ουδεμία ευθύνη φέρει περί αυτών.