1821. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Άγνωστες μαρτυρίες και παραδόσεις για τη συμβολή των χωριών μας στο ξεσηκωμό του Γένους το 1821.
Το 1971, ο επιθεωρητής δημοτικής εκπαίδευσης της τότε επαρχίας Μεσσήνης Αριστείδης Ζευγίτης, ανέθεσε σε δασκάλους όλων των χωριών της περιφέρειάς του να καταγράψουν της προφορικές παραδόσεις στο χωριό που υπηρετούσαν, αναφορικά με τη συμβολή τους στον μεγάλο αγώνα του '21.
Εμείς, εδώ, επιλέξαμε μέσα από αυτό τον ανεκτίμητο θησαυρό, να δακτυλογραφήσουμε τις μαρτυρίες και παραδόσεις που αφορούν τα χωριά μας στην Άνω Μεσσηνία, να τις δημοσιεύσουμε και να τις διασώσουμε.
Αυτό αποτελεί το πρώτο μέρος της δημοσίευσης το οποίο θα ακολουθήσει επόμενο με τις μαρτυρίες για τα υπόλοιπα χωριά.

Η μάχη του Λουτρού
Του Λάμπρου Θεοδωρόπουλου 
δασκάλου Λουτρού
Στις 20 Μαρτίου 1821 ο οπλαρχηγός Δημήτριος Παπατσώνης, γόνος της Μεσσηνιακής γης, με τα διαλεχτά παλληκάρια του στο χωριό Λουτρό και στη θέση "Μουρίτσα" έδωσε επί τρεις συνεχείς ώρες σκληρή μάχη με τουρκικό σώμα, όπου τους αιχμαλώτισε όλους.
Ο σπινθήρας του επαναστατικού κινήματος μετά την επιτυχή μάχη του Λουτρού μεταδόθηκε και στα γύρω χωριά, όπου με θάρρος άρχισαν να κυνηγούν τους Τούρκους. Αποτέλεσμα τούτου ήταν στις 21 Μαρτίου 1821 ο Καρακίτσος και ο Δρούλιας να συλλάβουν στην Αλλαγή τον ερχόμενο από τη Τρίπολη και κατευθυνόμενο στην Καλαμάτα Τούρκο ταχυδρόμο.
Στο φέσι του Τούρκου ταχυδρόμου βρέθηκε σημείωμα απευθυνόμενο στον πασά της Καλαμάτας να συλλάβουν Έλληνες ομήρους, διότι επρόκειτο να γίνει επανάσταση.
Ο οπλαρχηγός Δημήτριος Παπατσώνης έλαβε μέρος σε όλες τις σημαντικές μάχες της Μεσσηνίας, αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου. Στην ηλικία των 25 χρόνων έγινε στρατηγός. Διετέλεσε προεστός Εμπλακίων της επαρχίας Άνω Μεσσηνίας, στην οποία υπαγόταν και το Λουτρό. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Φονεύθηκε στη μάχη των Τρικόρφων σε ηλικία 25 χρονών το έτος 1823, πολεμώντας επί δέκα περίπου ώρες τον στρατό του Ιμπραήμ.

Κατσαρού
Του Γεωργίου Μεγρέμη 
δασκάλου Κατσαρού
Ιωάννης Καρακίτσος
Κατά την Τουρκοκρατία, το χωριό Κατσαρού κατείχετο από έναν μόνο Τούρκο υπαξιωματικό, αντιπροσώπου του Τουρκικού κράτους και οι κάτοικοι διατήρησαν ουσιαστικά την ανεξαρτησία τους μέχρι την απελευθέρωση τους. Κατά την παράδοση ο τουρκικός στρατός παρέμενε στρατοπεδευμένος στην περιοχή, όπου σήμερα βρίσκεται το νεκροταφείο του όμορου χωριού Σολάκι, στο οποίο υπάρχει πανύψηλο δέντρο, μεγάλης ηλικίας, φέροντας την ονομασία "το δέντρο του Καραμούτζη" και από κει αποσπάσματα στρατού έλεγχαν την περιοχή. Όμως, κάθε φορά που κάποιο απόσπασμα κατευθυνόταν προς το χωριό Κατσαρού - η θέση του οποίου είναι φύσει οχυρή - τότε οι νέοι του χωριού κατέβαιναν από τα γύρω ορεινά σημεία και αφού έκαναν συμπλοκή και επέφεραν ζημίες στο εχθρό, αποχωρούσαν και επανέρχονταν στα ορεινά λημέρια τους. Σε μια τέτοια συμπλοκή ένας από τους αγωνιστές, ονόματι Δρούλιας, βρέθηκε σε δύσκολη θέση όταν του άδειασε το καριοφίλι του. Καταδιωκόμενος από κάποιον καβαλάρη Τούρκο, οπισθοχωρώντας γέμιζε ταυτόχρονα το καριοφίλι, μέχρις ότου κατέφυγε πίσω από ένα μεγάλο βράχο, αποφεύγοντας τους αλλεπάλληλους σπαθισμούς του ιππέα Τούρκου και πυροβολώντας εναντίον του τον σκότωσε. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος που βρισκόταν στο Κατσαρού ικέτευε τους Κατσαραίους να μη χτυπάνε τους δικούς του (Τούρκους), διότι εκείνος -καθώς έλεγε - έβρισκε το μπελά του, φροντίζοντας με αυτό τον τρόπο να διατηρεί αγαθές σχέσεις με τους κατοίκους. Επίσης, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τουρκοκρατίας, ο Κατσαραίος ονόματι Παναγιώτης Καρακίτσος, διορισμένος από το τουρκικό κράτος επιστάτης (αποθηκάριος), θεώρησε σκόπιμο να διανείμει τα εφόδια του τουρκικού κράτους, των οποίων ήταν φρουρός, στους Έλληνες, προφασιζόμενος στις τουρκικές αρχές, ότι αυτά εκλάπησαν από τους κλέφτες. Αλλά η δικαιολογία αυτή δεν έγινε πιστευτή από τον πασά της Ανδρούσας και συνέπεια τούτου ο Παναγιώτης Καρακίτσος σουβλίστηκε στην θέση Παλουκόραχη, τοποθεσία του χωριού Σκάλα, σε απόσταση 4 χιλιόμετρα από το Κατσαρού. Κατά τον σουβλισμό του Παναγιώτη Καρακίτσου
ήταν παρόν και ο μικρός του γιος Ιωάννης, ο οποίος επιχείρησε να προσφέρει νερό στον ψυχορραγούντα σουβλισμένο πατέρα του, αλλά ο Τούρκος φρουρός πέταξε τον σκούφο του μικρού με τον οποίο μετέφερε το νερό και τον έδιωξε βιαίως. Ο μικρός όμως Ιωάννης επιχείρησε εκ νέου να προσφέρει στον πατέρα του νερό με το τσαρούχι του, αλλά ο Τούρκος φρουρός πέταξε το τσαρούχι και εμπόδισε και αυτή την προσπάθεια του μικρού. Από τότε ο μικρός Ιωάννης Καρακίτσος έχει ζωηρό στη μνήμη του το μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του. Απομακρύνθηκε από το χωριό φοβούμενος τους Τούρκους , αλλά όταν ανδρώθηκε και πλησίαζε η επανάσταση, μυημένος κατά πάσα πιθανότητα από τους Φιλικούς, αποφάσισε να εκδικηθεί με τη βοήθεια του πιστού φίλου και παντοτινού συντρόφου του Δρούλια.
Μετέβη στη τοποθεσία «Κουτούπι», δυτικά του Κατσαρού, στο ύψωμα του Αγιολιά, απ’ όπου, ως γνώριζε, θα περνούσε ο υπηρεσιακός ταχυδρόμος από τη δημόσια οδό Τρίπολης – Ανδρούσας και καιροφυλακτούσε μέχρις ότου ο ταχυδρόμος ονόματι Τάρταρης έφτασε ως εκεί έφιππος μαζί με έναν συνοδό, όπου συνελήφθη από τους Καρακίτσο και Δρούλια.
Κατά τη σωματική έρευνα που έγινε, βρέθηκε στο φέσι του Τάρταρη έγγραφο το οποίο δε μπορούσαν να διαβάσουν αφού δεν γνώριζαν τουρκικά. Οι Καρακίτσος και Δρούλιας σκέφτηκαν να μάθουν το περιεχόμενο του εγγράφου από τον Πουλόπουλο, Κοτσάμπαση από την Σκάλα, στον οποίο και το παρουσίασαν.
Ο Πουλόπουλος διαβάζοντας το περιεχόμενο του εγγράφου ταράχτηκε πάρα πολύ και αφού το δίπλωσε γρήγορα το παρέδωσε στους κομιστές αμέσως και χωρίς καμιά εξήγηση, με την εντολή να φύγουν γρήγορα χωρίς να πουν πουθενά ότι πέρασαν από αυτόν.
Από την ταραχή του Πουλόπουλου υποπτεύθηκαν οι Καρακίτσος και Δρούλιας ότι κάτι σπουδαίο θα περιείχετο σε αυτό και αναχώρησαν για την Πολιανή, όπου είχαν πληροφορία ότι ήταν συγκεντρωμένοι οι λοιποί Καπεταναίοι. Εκεί έμαθαν ότι το έγγραφο τούτο ήταν φιρμάνι προς τον πασά της Ανδρούσας για γενική σφαγή των Ελλήνων της περιοχής του και κατά την ίδια παράδοση, αυτό ήταν η αιτία να επιταχυνθεί ο η Επανάσταση και απελευθερώθηκε η Καλαμάτα πριν την προθεσμία που όριζε η ανωτάτη Αρχή της Επανάστασης. Ο Ιωάννης Καρακίτσος έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και σε πολλές άλλες μάχες μέχρι την απελευθέρωση.
Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο σε ποια μάχη σκοτώθηκε ο Καρακίτσος.

(Σ.σ. Ο Ιωάννης Καρακίστος δεν σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Ευτύχισε να δει την πατρίδα ελεύθερη. Δυστύχησε όμως από την μεγάλη φτώχεια  στο δειλινό της ζωής του.
Παρακάτω δημοσιεύουμε την χειρόγραφη επιστολή του μεγάλου αυτού αγωνιστή στην οποία δηλώνει ότι στερείτε τον "άρτον τον επιούσιον" και ζητά τη βοήθεια του Ι. Κωλέττη.)


Παλουκόραχη
« Βωμός μαρτυρίου»
του Αθανασίου Λαρδά
δασκάλου Σκάλας
Στα ανατολικά του οικισμού «Σταθμός Σκάλας», ο οποίος έχει χτιστεί επί μιας σειράς γηλόφων ονομαζόμενων «Σκαλόραχες» δεσπόζουσα θέση εξ αυτών κατέχει η «Παλουκόραχη», επί της οποίας τα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε ανεμόμυλος, ίσως ο μοναδικός της Μεσσηνίας, σημάδι κάποιας εποχής γεμάτης θρύλους και παραδόσεις, πόνου και αγωνίας. Διότι η παράδοση διηγείται φρικτές σκηνές οδύνης και μαρτυρίου. Εδώ είναι το τόπος, ο βωμός του μαρτυρίου, όπου μαρτύρησαν παλουκωμένοι πολλοί γνωστοί και άγνωστοι μάρτυρες της αδούλωτης φυλής μας, όπως ο Καρακίτσος από του Κατσαρού, ο Μαντάς από τα Καλύβια, ο Καρνάκης από το Αγριλόβουνο και τόσοι άλλοι.
Στο δυτικό μέρος του ανεμόμυλου υπήρχε μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη σε ανάμνηση του φοβερού δράματος με την εξής επιγραφή:
«Τόπος ανασκολοπισμού ηρώων προ του 1821».
Η παράδοση λέει, ότι ο θρήνος και ο σπαραγμός των βασανιζόμενων ακουγόταν σε πολλές εκατοντάδες μέτρα, ραγίζοντας και την πλέον σκληρή πέτρα.

Σκάλα
του Νικολάου Νικολόπουλου
δασκάλου Σκάλας
Η Σκάλα είναι ένα Κεφαλοχώρι χτισμένο στη βίγλα που δένει την επάνω και την κάτω Μεσσηνία.
Σταυροδρόμι ανάμεσα στα λημέρια της Αρκαδιάς και της Μάνης, του Ταϋγέτου και των Κοντοβουνίων, η Σκάλα, στάθηκε από τα πρώτα κινήματα του αγώνα σταθμός, καταφύγιο και δίπορτο της Κλεφτουριάς.
Στα χρόνια της σκλαβιάς, πλάι στο κονάκι του Τούρκου Αγά, χτίστηκε ο τρίπατος πύργος του Κοτσάμπαση Αναγνώστη, Πουλόπουλου, γεννημένου διπλωμάτη.
Στου Πουλόπουλου τον πύργο και στους Σκαλαίους κουμπάρους κι αδερφοποιτούς, βρήκαν στέγη, στα χρόνια του κατατρεγμού προ και το 1770, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και ο Ζαχαριάς. Πολλοί από τους ντόπιους είχαν βγει στο κλαρί. Ανάμεσά τους ο Μπούντος, ο Ιωάννης Καπόμπασης, ο Νταρντούνης, οι Τσιλικαίοι, Καλαμπόκης Ιωάννης και Καμαρινόπουλοι.
Ο γιος του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, διατήρησε και πλάτυνε τούτες τις φιλίες και τις συγγένειες του πατέρα του. Έτσι φεύγοντας στο μεγάλο κατατρεγμό του 1806 από τη Μάνη για τη Ζάκυνθο, περνώντας στα ριζά του Ταϋγέτου από την Βέργα, του Κουταλά, τον Άγριλο και το Πήδημα φθάνει στη Σκάλα πιστεύοντας πως θα ξεκουραστεί. Μα, για κακή του τύχη, το χωριό έχει πιάσει από την πρώτη μέρα ο Μουσταφάμπεης με 2000 Τουρκαλβανούς, φερμένος από την Τρίπολη με τη διαταγή και την απόφαση να ξεπαστρέψει κάθε «γιατάκι». Για τούτο κουβαλά μαζί του δήμους και «μπόγηδες» με τα δαιμονικά τους σύνεργα και «κιτάπια» μ’ ούλους τους προγραμμένους. Μαζί του σέρνει δεκάδες απροσκύνητα παλικάρια από τα χωριά της Αρκαδίας και της επάνω Μεσσηνίας, που η παράδοση έσωσε μόνο τα ονόματα του Πάνου Καρακίτσου από του Κατσαρού, του Μαντάς από τα Καλύβια και του Καρνάκη από το Αγριλόβουνο. Οι άλλοι πέρασαν ανώνυμη στην Αθανασία.
Στη ράχη τ’ ανεμόμυλου, 300 μ. δυτικά του χωριού, οι οιμωγές των σουβλισμένων «σχίζουν τις πέτρες». Οι Τούρκοι σκορπισμένα στα χωριά κάνουν πλιάτσικο. Όχι όμως και στη Σκάλα. Η διπλωματία του Πουλόπουλου και το γερό «μπαξίσι», κατάφερε να σβηστούν από το «μαύρο κιτάπι» τα ονόματα των Σκαλαίων.
Ο Γέρος δεν αντέχει. Γυρίζει στη Τζεφερεμίνι και ξενυχτάει. Την άλλη μέρα με 100 δικούς του χτυπά την Παλουκόραχη να λευτερώσει τους ετοιμοθάνατους. Δεν τα καταφέρνει. Οι Τούρκοι τον κυνηγούν, τον κλείνουν στο Αλιτούρι (Στενύκλαρο). Όμως φοβούνται. Περνούν από λεπίδι τους «γιατάκηδες» και τους λυτρώνουν από το μαρτύριο. Την άλλη μέρα ξαναρίχνεται, τους τσακίζει. «Πολλοί από δαύτους πνίγηκαν στο Πάμισο». Παίρνουν και θάφτουν τους μάρτυρες. Ο τόπος όμως δε τους σηκώνει. Τούτο τον καιρό τα κλαριά γεννούν Τούρκους και προδότες. Φεύγει και περνά στη Ζάκυνθο.
Σημάδι και μάρτυρας της φοβερής αυτής ιστορίας, στέκει στην κορυφή της Παλουκόραχης ο ανεμόμυλος, ραγισμένος από το χρόνο κι απ’ το πόνο.
Τις παραμονές του 1821 οι Φιλικοί είχαν εδώ τους ανθρώπους τους. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κι επώνυμα στοιχεία μιλούν γι αυτό τα γεγονότα, μα και η εμπιστοσύνη των Καπεταναίων στους προύχοντες και κλεφτοκαπεταναίους.
Η ηρωική πράξη του Νικολάου Σολιώτη στα Καλάβρυτα επαναλαμβάνεται στη Σκάλα στις 18 Μαρτίου 1921 από το Γιάννη Καρακίτσο, το Δημήτρη Δρούλια και το Νίκο Τσιλίκα. Από την «Κούλια» είδαν τον Τούρκο ταχυδρόμο (τάταρη), που σταλμένος από την Τρίπολη μετέφερε στην Ανδρούσα διαταγή συλλήψεως ομήρων. Τα τρία παλικάρια του έστησαν καρτέρι στην Αλλαγή, στις «Γούρνες». Ο Τούρκος έτρεχε σέρνοντας πίσω του και δεύτερο άλογο για να ποδιαλλάζει στο δρόμο για ξεκούραση. Τον συνέλαβαν και τον κουβάλησαν στη Σκάλα γι’ ανάκριση. Ο Τάταρης δεν θέλει να μιλήσει. Τον ζορίζουν. Ο Καρακίτσος ανάβει. Το αίμα του πατέρα του, που ανασκολοπίστηκε στη Παλουκόραχη, τον πνίγει. Τούτο το ξέρει καλά ο Κοτζαμπάσης Θεόδωρος Πουλόπουλος, που είτε κρίνοντας το άτοπο της Επαναστάσεως, είτε φροντίζοντας για το κεφάλι του, πετιέται από το μπαλκόνι του και φωνάζει:
-Μη σκοτώνεις της Σουλτάνας το παιδί, Καρακίτσο, μη μου καις το σπίτι.
Μα του Κλέφτη η καρδιά δε δέχεται συμβιβασμούς. Σιχαίνεται το διπρόσωπο, έστω και σωτήριο για τον καιρό, παιχνίδι του Κοτζαμπάση και του απαντά:
-Άιντε μέσα στο «λώζιο» σου, γουρούνα!
Με μια σπαθιά του παίρνει το κεφάλι. Το φέσι πετάγεται πέρα κι από μέσα πέφτει η διαταγή, που αν έφτανε στον προορισμό της, ίσως – ίσως η επανάσταση πνιγόταν στο λίκνο της. Η διαταγή που βρέθηκε είναι:
ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΙΡΑΔΕΣ
(ΔΙΑΤΑΓΜΑ)

Αυτά τα ιοβόλα ερπετά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου, άτινα ονομάζονται Έλληνες προεστοί, να εξαφανιστούν δια πυρός και μαχαίρας. Τα κτήματά τους ας διανεμηθούν εις τους πιστούς Οθωμανούς. Αι οικίαι τους να συντριβούν τοιουτοτρόπως ώστε ούτε αλέκτωρ να εκφωνεί εις το μέλλον. Να μεταδοθεί τάχυστα εις άπαντα τα φρούρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου. Η μέρα εκτελέσεως ορίζεται η 31η Μαρτίου 1821.

ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ

Μετά από αυτό οι ντόπιοι Τούρκοι δεν ένιωθαν τα κεφάλια τους γερά στους ώμους τους. Ο ίδιος ο κοτζαμπάσης Πουλόπουλος δεν τους έδινε καμία εγγύηση για τη ζωή τους. Μάζεψαν λοιπόν ότι μπορούσαν από τα πράγματά τους. Κλείδωσαν τα σπίτια τους και το πρωί της 21ης Μαρτίου ξεκίνησαν για την Ανδρούσα. Οι ντόπιοι κλέφτες έβλεπαν το πουλί να τους φεύγει από τα χέρια τους. Τότε ο Νίκος Τσιλίκας με τα αδέλφια του Γαλάνη και Πιέρο, έπιασαν το πέρασμα στη θέση Ξυλοκερατιά-Κόκλα, ανάμεσα Σκάλας και Τζεφερεμίνι (Βαλύρας) και σκοτώνουν πέντε από τους σημαντικούς Τούρκους και αφήνουν τα γυναικόπαιδα να φύγουν. Γυρίζουν στο χωριό, σπάζουν τις αποθήκες και μοιράζουν τα υπάρχοντα στους δικαιούχους χωρικούς. Από την μέρα αυτή, είναι ελεύθερη η Σκάλα.
Στις 23 το πρωί φτάνει εδώ από την Αρκαδιά (Κυπαρισσία)ο Αμβρόσιος Φραντζής, περιμένοντας τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα. Όλοι όσοι μπορούν να φέρουν όπλα έχουν σηκωθεί στο πόδι. Οι «Κούλιες» του ανεμόμυλου, της «Κόντρας» και του Δερβενακιού πιάστηκαν να μην περάσει ούτε πουλί κατά την Καλαμάτα.
Το σούρουπο της ίδιας ημέρας, απεσταλμένος του Παπαφλέσσα, φέρνει στον Πουλόπουλο την παραγγελία - διαταγή:
«Δίχως την παραμικρή άργητα, να έχεις έτοιμα 40 φορτώματα ψωμί, και 15 κρασί και άμα φθάσουμε με τα στρατεύματα, να τα παραδώσεις. Και προσέξτε να μη γένη η παραμικρή αμέλεια. Υγίαινε.» Από τούτη τη διαταγή αντιλαμβάνεται κανείς ξεκάθαρα τους δεσμούς των αρχηγών με τη Σκάλα.
Όλη τη νύχτα οι γυναίκες στρώθηκαν στην σκαφίδα, οι άνδρες στη σφαγή και το σούβλισμα, να υποδεχτούν τους απελευθερωτές. Τα ξημερώματα της 24ης Μαρτίου φτάνουν ο Κολοκοτρώνης με τον Παπαφλέσσα. Ο «μπουρλοτιέρης των ψυχών» αγκαλιάζει και φιλεί το Φραντζή, με τον οποίο είχε μαλώσει στο συμβούλιο της Βοστίτσας.
Οι αρχηγοί τραβούν για τον πύργο του Πουλόπουλου, αφού δίνουν οδηγίες για τον καταμερισμό των τροφίμων. Ο Κολοκοτρώνης βγαίνει στο δυτικό μπαλκόνι. Το παραλήρημα του κόσμου σταματά. Ο γεννημένος στρατηλάτης τους εμψυχώνει με λίγα λόγια και ζητά 50 εθελοντές. Τρέχουν διπλάσιοι. Ανάμεσά τους διαλέγει τους πιο γερούς και έμπιστους. Τους στέλνει πεζοδρόμους στα κάστρα και τις πολιτείες της Μεσσηνίας και στα λημέρια της Αρκαδίας, να φέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα του ξεσηκωμού.
«Τὰς 24 τὸν Μάρτη 1821» γράφει ο Κολοκοτρώνης «ἐφθάσαμε εἰς ἕνα χωριὸ τῆς Μεσσηνίας, Σκάλα λεγόμενον, ποὺ εἶναι καμιὰ πενηνταριὰ οἰκογένειες. Ὅσοι ἄνδρες ἦτον τοὺς ἔστειλα πεζοδρόμους, καὶ τοὺς ἔλεγα: “Σύρτε στὰ κάστρα, πολιορκήσετε, καὶ σᾶς προφθάνω μὲ 3.000” – στρατήγημα (…) Κινώντας ἀπὸ τὴν Σκάλα, ἔρριξα καμμιὰ χιλιάδα τουφέκια, τρεῖς μπαταριὲς διὰ νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ κόσμος, νὰ σηκωθεῖ κατὰ τὴν παραγγελίαν.»
Την ίδια ώρα, στον ιστορικό πύργο του Πουλόπουλου, οι δύο συναρχηγοί υπέγραψαν την απευθυνόμενη προς τους Αρκάδες λακωνική και ανδροπρεπέστατη διακήρυξη:

« Αδελφοί κάτοικοι της Αρκαδίας!
Η ώρα έφτασε, το στάδιο της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. τα πάντα ιδικά μας και ο θεός του παντός μεθ’ ημών έσεται. μη πτοηθήται ει το παραμικρόν. Σείς είσθε ατρόμητοι και των προγόνων μας απόγονοι. γενικώς οπλισθήτε με ανοιχτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον των εχθρών της πίστεως της πατρίδος. Εντός ολίγων ημερών φθάνομεν και ημείς με 10.000 στρατεύματα . Σεις σφαλίσατε τους Αρκαδίους Τούρκους και μίαν ώραν αρχήτερα ως λέοντες να τους ξεσχίσετε και να τους στείλετε στα Τάρταρα του Άδου. μην καταδεχθήτε να σας κατηγορήση ο κόσμος και η ιστορία. αλλά να ν’ αποθανατίσετε τα ονόματά σας και να διαμείνετε αιωνίως εις την αθάνατον δόξαν και σας ευχώμεθα υγείαν και ανδρείαν συνηνωμένα με την ομόνοιαν και την πειθαρχίαν, τας δε πράξεις σας να μας γράψετε με πρώτον προς οδηγίαν και ησυχίαν μας.
Εν Σκάλα, 23 Μαρτίου 1821. Πρώτον έτος της ελευθερίας.
Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Αρχ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ»

Από εδώ χωρίζουν. Ο Κολοκοτρώνης τραβά για το Λιοντάρι και την Καρύταινα, ο Παπαφλέσσας για την Ανδρίτσαινα, ο Φραντζής για την Κυπαρισσία. Τα σώματα τους ακολουθούν 50 Σκαλαίοι.
Τα 1824, ο Παπαφλέσσας με το στρατηγό Γιάννη Μακρυγιάννη κατεβαίνουν με κυβερνητικά στρατεύματα στη Μεσσηνία, να υποτάξουν τους ατίθασους Ντρέδες του Σουλιμά και της Γαράντζας. Δίνουν μάχες στο Αλιτούρι, στα Μελιγαλά και τους Κωνσταντίνους. Μα, βλέποντας πως είναι δύσκολο να τα βγάλουν πέρα, για σιγουριά του τόπου και των ανθρώπων, έρχονται νύχτα στη Σκάλα.
Τον Απρίλιο του 1825, όταν η Πελοπόννησος ζούσε τους φοβερούς εφιάλτες του εμφυλίου πολέμου και του Ιμπραήμ, ο πρόεδρος του εκτελεστικού (πρωθυπουργός) Γεώργιος Κουντουριώτης, οι 6 στη Μεσσηνία για να συντονίσει ο ίδιος τις ενέργειες για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ στήνοντας το αρχιστρατηγείο του στη Σκάλα.
Το Μάιο του ίδιου έτους ο Παπαφλέσσας κατεβαίνει στη Μεσσηνία αποφασισμένος να αντιμετωπίσει στο Μανιάκι τον Ιμπραήμ και το θάνατο. Πρώτος του σταθμός η Σκάλα. Παίρνει μαζί του το Μπούντο και τον Καρακίτσο με καμιά εξηνταριά Πολεμιστές που τον ακολουθούν ως το Μανιάκι.
Αυτά και άλλα είναι η προσφορά της Σκάλας στο μεγάλο ξεσηκωμό.
Η Παλουκόραχη

Σήμερα το «Γολγοθά» της Παλουκόραχης αγκαλιάζουν οι ασημόφυλλες ελιές. Στις τρύπες του Ανεμόμυλου χτίζουν φωλιές τα περιστέρια.
Τα μοιρολόγια τα έσβησε της λευτεριάς το τραγούδι, τα βογγητά το σκέπασε ο μόχθος του δουλευτή και στην αυλή του «Πύργου» ξεφωνίζουν χαρούμενα σχολιαρόπαιδα.
Μα για τους στοχαστές που έμαθαν να υφαίνουν το υφάδι του χθες με το στημόνι του σήμερα, όλα τούτα θυμίζουν τον αλησμόνητο στίχο του Μαβίλη:
«θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν».


Μερόπη
Της Ισμήνης Ανδρεοπούλου
Δασκάλας Μερόπης
Ο συνοικισμός Aλλαγή βρίσκεται ανατολικότερα του Τσαουσίου. Είναι εκείνος, που συναντά πρώτο ο κατερχόμενος από τα υπερήφανα Αρκαδικά βουνά, δια της εθνικής οδού Αθήνας - Καλαμάτας, προς την εύφορη Μεσσηνία. Αλλαγή! Όνομα κυριολεξία: Εδώ αντάλλασσαν επί τουρκοκρατίας οι ταχυδρόμοι των τουρκικών διοικήσεων Ανδρούσας - Λεονταρίου τους ταχυδρομικούς τους σάκους.
Στη διασταύρωση της εθνικής οδού Αθήνας - Καλαμάτας και της επαρχιακής αλλαγής Μελιγαλά, βρίσκεται περιμαντρωμένος ναΐσκος.
Σε αυτό το ναϊδριο επί τουρκοκρατίας και κατά τους τελευταίους χρόνους της δουλείας γίνονταν μυστικές συνεννοήσεις τοπικών οπλαρχηγών και Δημογερόντων. Αυτοί, με το πρόσχημα ότι προσέρχονταν μόνο ως ευλαβείς προσκυνητές στη θρησκευτική γιορτή, η οποία γινόταν εδώ τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, μεταξύ του κλέφτικου τραγουδιού και των αυτοσχέδιων ποιημάτων, συζητούσαν σοβαρές υποθέσεις και ελάμβαναν σωτήριες αποφάσεις.
Τελειώνοντας τον κύριο σκοπό της προσέλευσής τους το έριχναν στον λεβέντικο Τσάμικο και το φιγουράτο συρτό. Στη συγκέντρωση αυτή βοηθούσε και η απόσταση του ναϊδρίου από τις τουρκικές διοικήσεις.
Αλλά και η ευνοϊκή τοποθεσία του συνοικισμού για την ίδρυση πανδοχείων - χανίων επί της οδού Αθήνας – Τρίπολης - Καλαμάτας βοηθούσε την προσέλευση των στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Στη θρησκευτική γιορτή προσέρχονταν αθρόως και οι κάτοικοι των γύρω χωριών, διότι ο χώρος χρησίμευσε και για τη συνάντηση υποψηφίων γαμπρών και νυμφών.
Σε μια επέτειο της θρησκευτικής γιορτής ο θρυλικός γέρος του Μοριά ανεδείχθη από τη φτωχική κολυμπήθρα του ναού νεογέννητο, και έγινε ανάδοχος μικρού αγοριού.
Στην τιμητική βάπτιση προσήλθε συνοδευόμενος από τον Νικηταρά.
Ο συνοικισμός Τσαούσι βρίσκεται δυτικά του συνοικισμού Αλλαγή και σε απόσταση δέκα λεπτών περίπου.
Το όνομα Τσαούσι δεν είναι τιμητικό, εφόσον του δόθηκε προς τιμήν του Τούρκου διοικητή του Τσαουσίου.
Από όλους του συνοικισμούς που αποτελούν τη σημερινή Μερόπη, αναδείχτηκαν άξιοι αγωνιστές κατά την επανάσταση του 1821.
Πρώτος όμως μεταξύ αυτών αναδείχτηκε ο καπετάν Χρόνης από το Τσαούσι, τον οποίο ακολούθησαν πολλοί αγωνιστές από τη γύρω περιοχή.
Αυτός ήταν γιος του Δημογέροντα Γιάννου Χρόνη, ο οποίος φόνευσε τον Τούρκο Τσαούση (διοικητή της εκεί τοπικής φρουράς). Ίσως αξίζει να αναφερθεί το περιστατικό. Ο Τσαούσης ζητούσε κάθε βράδυ από τους κατοίκους μια νεαρή κοπέλα και μια φιάλη νερό. Αυτό, όπως είναι ευνόητο έφερε μεγάλη αγανάκτηση στους κατοίκους και πολύ περισσότερο στο Δημογέροντα Γιάννο, ο οποίος αφού τον πλήγωσε στα πόδια, μετέβη στον ανώτερο Τούρκο διοικητή στο Λεοντάρι Αρκαδίας και διαμαρτυρήθηκε.
Ο διοικητής παραδόξως, έδειξε κατανόηση, έδωσε φρουρά στο Γιάννο για ασφάλεια και της είπε να του πάει το κεφάλι. Επιστρέφοντας ο Γιάννος εκτέλεσε ο ίδιος προθυμότατα τη διαταγή. Για να εξυμνήσουν την ανδρεία του Γιάννου τραγουδούσαν προς τιμή του: «Για σήκω πάνου Γιάννο μου και μη πολυκοιμάσαι…»

Αυτού λοιπόν γιος ήταν και ο Χρόνης, ο οποίος με τον αγωνιστή Ρερέ, από το απεχόμενο περί τα 25’ χωριό Καλύβια, φόνευσε τους Τούρκους Χασάν και Αλητσεκούρα.
Ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη και Νικηταρά σε διάφορες μάχες και τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι.
Τόσο εκτιμούσαν το στρατηγικό πνεύμα αυτού, ώστε υπάκουαν σε αυτών πρόθυμα όλοι οι σύντροφοί του, μηδέ του Μητροπέτροβα – πρωτοπαλίκαρου του Κολοκοτρώνη – εξαιρουμένου.
Ο Χρόνης έπεσε ηρωικά στη τοποθεσία Μακρυπλάι στα σύνορα Μεσσηνίας – Αρκαδίας, πολεμώντας εναντίων τμήματος εκ των ορδών του Ιμπραήμ το έτος 1825.

Άλλος γενναίος Τσαουσαίος, ο Πετρόπουλος, φόνευσε στην Αλλαγή στη θέση «Γρόπες» τον γιο του Σεϊμ-Τάραγα. Ο Σεϊμ-Τάραγας ήταν ο τελευταίος Τούρκος Αγάς στο χωριό και έμενε στην οικία του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου, δυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου.
Αυτά μου διηγήθηκε για τη συμβολή του χωριού μας Μερόπη στον αγώνα του 1821 ο αποθανών σε βαθύτατο γήρας, παππούς μου Ιωάννης Ανδρεόπουλος κάτοικος Αλλαγής και ο Κωτσιόπουλος από το Τσαούσι, ο οποίος είδε και έζησε τα αναφερόμενα γεγονότα.
Εξ άλλου τα περισσότερα από αυτά τα βρήκα και γραμμένα στις χειρόγραφες ιστορικές σημειώσεις του γιατρού Σπύρου Τασσόπουλου από την Οιχαλία.

Νεοχώρι
Του Παναγιώτη Σγουμπόπουλου
δασκάλου Νεοχωρίου
Είναι γνωστό ότι το σημερινό χωριό Νεοχώρι ιδρύθηκε το έτος 1863 από τους κατοίκους των άλλοτε χωριών Μπέτσι και Γκολέμι, τα οποία ήταν στις πλαγιές του όρους Ιθώμη, πολύ κοντά στο μοναστήρι του Βουλκάνου. Τότε το χωριό Γκολέμι επισκέφτηκαν, κατά την παράδοση, το 1870 περίπου 10 άνδρες τουρκικού αποσπάσματος, με επικεφαλής έναν Τσαούση (Τούρκος λοχίας), για να εισπράξουν τον κεφαλικό φόρο και ζήτησαν να τους ετοιμάσουν φαγητό.

Η καθυστέρηση όμως της πληρωμής του κεφαλικού φόρου είχε και πρόστιμο. Για το λόγο αυτό ένας χωρικός, αφού συνεννοήθηκε με τη γυναίκα του, να καθυστερήσει το φαγητό (βράσιμο του κόκορα), μετέβη στο χωριό Ανδρούσα και πλήρωσε το φόρο στον εκεί Τούρκο Πασά και επέστρεψε στο χωριό προτού βράσει ο κόκορας. έδειξε την απόδειξη πληρωμής στον επικεφαλής του τουρκικού αποσπάσματος (Τσαούση). Οι Τούρκοι θυμωμένοι επειδή δεν εισέπραξαν αυτή το φόρο, ζητούσαν αφορμή για να θανατώσουν αυτό το χωρικό. Και τον κάλεσαν να ρίξουν το λιθάρι.. Στο ρίξιμο του λιθαριού νίκησε ο χωρικός. Οι Τούρκοι επειδή προσβλήθηκαν, σκότωσαν το παλικάρι.

Τότε οι κάτοικοι του χωριού αφού εξαγριώθηκαν, σκότωσαν τους Τούρκους. Μόνο ένας Τούρκος διασώθηκε και πήγε στην Ανδρούσα και ανέφερε στον Τούρκο πασά τα συμβάντα.

Μετά από αυτά ένα απόσπασμα Τούρκων μετέβη στο Γκολέμι και έσφαξε 100 γυναικόπαιδα περίπου. Οι άνδρες έγιναν κλέφτες στο όρος της Ιθώμης με αρχηγό τον Γεώργιο Μπρισκόλα, ο οποίος αργότερα έγινε πρωτοπαλίκαρο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Πολέμησε σε πολλές μάχες. Τραυματίστηκε στη μάχη στα Δερβενάκια και μετά από λίγες μέρες πέθανε. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πικράθηκε πολύ για το θάνατο του παλικαριού. Αυτό φαίνεται από συλλυπητήρια επιστολή, που έστειλε στους συγγενείς του και ιδιαίτερα στον αδελφό του δημογέροντα Αριστείδη Μπρισκόλα, ο οποίος, κατά την παράδοση, παρέστη στη γέννηση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο γειτονικό χωριό Ραμοβούνι Μεσσηνίας, το έτος 1770.
Συμπαραστάθηκε στην χήρα καπετάνισσα και βοήθησε αυτή ποικιλοτρόπως.
Όμοια η παράδοση αναφέρει, ότι από το Γκολέμι κατάγεται και η οικογένειά Μαντά. Από την οικογένεια αυτή συνέλαβαν κατά τον κατατρεγμό των κλεφτών, το έτος 1805, τρία αδέλφια και τα παλούκωσαν στην ονομαστή Παλουκόραχη. Ένας αδελφός που επέζησε έβαλε ντέρτι (μαράζι) το σκληρό και άδικο σκοτωμό των αδελφών του. Γι' αυτό έλαβε το όνομα ντέρτι-μάνης (Δερτιμάνης).

Μάλτα
Του Δημοσθένη Κωτσομύτη 
δασκάλου Μάλτας
Ο ναός της αγ. Ευδοκίας τώρα
Στο βόρειο μέρος του χωριού Μάλτα και σε απόσταση 2 χιλιομέτρων περίπου βρίσκεται το ιστορικό εξωκλήσι της Οσιομάρτυρος Ευδοκίας.
Ο ναός αυτός, σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και χρησίμευσε για "Κρυφό Σχολειό" της περιοχής.
Εικάζεται ότι ο ναός ήταν υπόγειος. Πράγματι, κατά την ανακατασκευή του το 1968, βρέθηκαν οι τοίχοι του εντός του εδάφους.

Σολάκι
Της Θεοδώρας Κωνσταντοπούλου
Δασκάλας Μεσσήνης
Σολάκι. Ένα μικρό χωριό ανατολικά του Μελιγαλά. Οι σολακαίοι καλλιεργώντας σήμερα τα κτήματά τους ανατολικά του χωριού και στη τοποθεσία "σπιτάκια" συναντούν θρυμματισμένα κεραμίδια, πήλινα οικιακά σκεύη χωρίς διακοσμήσεις και θεμέλια σπιτιών, λείψανα που μαρτυρούν την ύπαρξη σε αυτή την περιοχή παλαιού οικισμού.
Κατά την παράδοση των Σολακαίων το χωριό τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα η τοποθεσία "σπιτάκια".
Ήταν από τα πλουσιότερα χωριά της περιοχής βυθισμένο στο πράσινο. Καλοπεριποιημένοι ελαιώνες και σταφιδάμπελοι είχαν κυριολεκτικά πνίξει τα σπιτάκια του. Όμως η φωτιά του Ιμπραήμ ξεκινώντας από το Μανιάκι, περνώντας βουνά, ραχούλες, κάμπους και χωριά, σκορπίζοντας παντού την καταστροφή έφτασε και στο Σολάκι και σκόρπισε και κει την μαυρίλα και την καταστροφή. Οι ελαιώνες, τα σταφιδάμπελοι και το χωριό όλο έγιναν στάχτη. Οι περισσότεροι Σολακαίοι αφήνοντας πίσω τους με πόνο τα καπνίζοντα ερείπια έφυγαν για τα γειτονικά χωριά όπου έμειναν μόνιμα.
Μόνο μια ελίτσα έμεινε από το παλιό Σολάκι και σώζεται μέχρι σήμερα. Οι Σολακαίοι δείχνουν αυτή την ελιά του "Παπαγεωργίου" λέγοντας: "αυτή η ελιά με τον μεγάλο κορμό εκεί στη φράχτη είναι από τα χρόνια του Ιμπραήμ. Μόνο αυτή γλύτωσε από τη φωτιά."
Η ιστορία λέει ότι το Σολάκι ήταν ένα από τα 44 χωριά της επαρχίας Εμπλακίων. Αποτελούσε τσιφλίκι με πρώτους προεστούς τους Σολακαίους Πρωτόπαπα Παπαθεοδώρή και Βασίλειο Καραδημητρόπουλο. Τα προϊόντα του τσιφλικιού Σολακίου μεταφέρονταν κάθε Κυριακή στο χωριό Κουρτζαούσι (νυν Σπερχογεία), το οποίο τότε ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας ως το πολυπληθέστερο και πλησιέστερο στην αγορά της Καλαμάτας.
Στο μεγάλο ξεσηκωμό του γένους το Σολάκι δεν έμεινε αμέτοχο. Αρκετοί Σολακαίοι πολέμησαν γενναία και σκοτώθηκαν στις μάχες του αγώνα.
Ο στρατηγός Δημήτρης Παπατσώνης όταν κινείται προς τα Τρίκορφα για ενίσχυση του εκεί στρατοπέδου, γράφει στον καπετάν Αλέξη (Αλέξιο Αναστασόπουλο από το Ζευγολατιό) μεταξύ άλλων και αυτά: (...ομοίως δώσε την είδησην και εις άλλα χωριά όπου να είναι αυτού. Κάμε ένα κόπο και συρε έως το Σολάκι και κουβέντιασε τους καθώς ηξεύρεις, όπου να είναι έτοιμοι". Οι Σολακαίοι πρόθυμοι ήρθαν σε βοήθεια του Δ. Παπατσώνη, ο δε Φερμάνης, ο γιός του Θεοδόση του Σολακιώτη, έπεσε ηρωικώς μαχόμενος στο πλευρό του 27ετούς στρατηγού του (Δ. Παπατσώνη) στη μάχη των Τρικόρφων.



Στενύκλαρος
Του Ορέστη Θεοδωρόπουλου
δάσκαλος Στενυκλάρου
Στις αρχές του 19ου αιώνα άρχισε άγριος διωγμός των κλεφτών στην Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια των Κοτζαμπάσηδων. Οι Κολοκοτρωναίοι «πρωτοκλέφτες» του Μοριά ήρθαν σε σύγκρουση με τους προεστούς των Βερβαίνων και της Τσακωνιάς. Όσοι από τους προεστούς διέφυγαν μετέβησαν στην Τρίπολη και ζήτησαν βοήθεια τους τούρκους. Με διαταγή του Μόρα Βαλεσή οργανώθηκε ένα καταδιωκτικό σώμα με επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη με κρεμάλες, παλούκια κλπ.
Ο διωγμός των Κολοκοτρωναίων υπήρξε σκληρός. Στο Αλειτούρι έγινε μεγάλη μάχη, νίκησαν οι «κλέφτες» την τελευταία τους νίκη, μετά διασκορπίστηκαν σε ομάδες και ο Θ. Κολοκοτρώνης διέφυγε προς τα Επτάνησα. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στ΄ απομνημονεύματά του περιγράφει ως εξής το περιστατικό:
"... Ἀπὸ Σαμπάτζικα ἐκατεβήκαμεν εἰς τὸ Μοναστήρι τῆς Βελανιδιᾶς, καὶ ἐστείλαμεν εἰς τὴν Καλαμάτα νὰ μᾶς στείλει ψωμὶ καὶ φουσέκια, καὶ οἱ Καλαματιανοὶ ἐφοβοῦντο νὰ μᾶς στείλουν. Ἡμεῖς ἐκινήσαμεν τότε νὰ πάγωμεν μέσα εἰς τὴν Καλαμάτα διὰ νὰ κτυπήσωμεν τοὺς Τούρκους. Τότε οἱ προεστοὶ μᾶς ἔφερον οἱ ἴδιοι ζαερὲ καὶ μπαρουτόβολο καὶ στουρνάρια εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλία, πλησίον τῆς Βελανιδιᾶς. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐτραβήξαμε τὴν ἡμέραν καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Πήδημα, σύνορο Καλαμάτας καὶ τὸ βράδυ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Τζεφερεμίνη. Μία ὥρα μακρυὰ ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ εἴμαστε ἡμεῖς, εἰς τὴν Σκάλα, ἦλθε ὁ Κεχαγιάμπεης μὲ 2.000 Τούρκους, μὲ τὰ παλούκια. Τὸ βράδυ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Ἀλιτούρι, καὶ ἐκεῖ μᾶς ἐπλάκωσαν Ἀνδρουσανοί, Λεονταρίτες καὶ λοιποὶ ἕως 700. Ἦλθαν τὴν αὐγήν, ἀρχίσαμε τὸν πόλεμο, ἡμεῖς ἐβγήκαμε ἀπὸ τὸ χωριό, τοὺς πήραμε κυνηγώντας ἕως μίαν ὥραν μακριά, τοὺς ἐπήραμε 4 ἄτια, πολλοὶ ἐπνίγηκαν εἰς τὸ ποτάμι καὶ ἄλλους ἐσκοτώσαμε, καὶ ἐπήραμεν πολλὰς ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια.
Ἤκουσαν τὸν πόλεμο τὰ στρατεύματα ὁποὺ ἦταν εἰς τὴν Σκάλα καὶ ἦλθαν εἰς βοήθειαν τῶν ἐδικῶν των. Ἡμεῖς ὀπισωγυρίσαμεν καὶ ἐκλεισθήκαμεν εἰς τὸ χωριὸ Ἀλιτούρι, καὶ ἐπολεμήσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τὸ βράδυ ἐτραβήξαμε τὰ σπαθιὰ καὶ ἐπήγαμε κατὰ τῆς Ἀρκαδιᾶς τὰ χωριά. Ἐπήγαμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ χωριά, καὶ εὑρήκαμε 300 Τούρκους μέσα καὶ δὲν ἠμπορέσαμε νὰ πάρομε ψωμί. Οἱ Τοῦρκοι, ἀφοῦ ἐπῆγαν εἰς τὸ Ἀλιτούρι, βλέποντες τὸν τορόν μας, ἐγύρισαν καὶ ἦλθαν ἀπὸ κοντά, γυρεύοντάς μας. Ὁ Κεχαγιάς ἄρχισε νὰ παλουκώνει τοὺς Χριστιανοὺς) διὰ νὰ δώσει φόβον εἰς τὸν κόσμον..."

Οι δυνάμεις των Κολοκοτρωναίων ανέρχονται σε 120 άντρες. Το γεγονός αυτό τοποθετείται μεταξύ των ετών 1803 - 1806. Αφού οι Κολοκοτρωναίοι ζήτησαν καταφύγιο στο «Αλιτούργι» και διανυκτέρευσαν χωρίς να αναφέρεται, στα απομνημονεύματα, ουδεμία αντίδραση εκ μέρους των κατοίκων και ο Κεχαγιάς αρχίσει να παλουκώνει τους χριστιανούς, μπορούμε να συμπεράνουμε τη φιλική προς τους «κλέφτες» υποδοχή των κατοίκων του χωριού και την κατάλληλη προετοιμασία τους για τον επερχόμενο αγώνα της ανεξαρτησίας μας.


Διαβολίτσι
Του Γεωργίου Δέδε 
δασκάλου Διαβολιτσίου
Η ονομασία του χωριού Διαβολίτσι οφείλεται σε επώνυμο στρατηγού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Επί τουρκοκρατίας υπήρξε έδρα Τούρκου αγά, που εισέπραττε φόρους για λογαριασμό του Σουλτάνου. Ο πύργος του Τούρκου αγά βρισκόταν ανατολικά του ναού της «Μεταμορφώσεως του Σωτήρα», εκεί όπου υπάρχουν σήμερα τα ερείπια της οικίας του Αθανασίου Αναστ. Λάρδα, την οποία οι ντόπιοι συνήθιζαν να αποκαλούν «Παλαιόπυργο».
Το 1821 ένας Διαβολιτσαίος, ο Σταθούλης Κατσούρης, φυλούσε σκοπός στο Μεγάλο Βουνό στη τοποθεσία «Στου λαγού τη ράχη», γιατί περνούσαν Τούρκοι και έπρεπε να ειδοποιήσει δυο χιλιάδες γυναικόπαιδα, που ήταν έξω από μια σπηλιά (Στου Διαμαντή την Τρούπα», να μπουν μέσα να γλιτώσουν. Όταν λοιπόν αντελήφθη τους Τούρκους, έριξε μια ντουφεκιά και το τσούρμο μπήκε μέσα και γλύτωσε.
Το Σταθούλη όμως των έπιασαν οι τούρκοι και τον άνοιξαν στα δύο. Από τότε οι απόγονοι του Γερο-Σταθούλη γράφτηκαν Σταθουλαίοι.
Στο Μανιάκι σημαιοφόρος των Ελλήνων ήταν ο Διαβολιτσαίος Γεώργιος Νάκης. Όταν οπισθοχώρησαν, έτρεχε κρατώντας την Σημαία και λένε, πως απόστασε επτά τούρκικα άλογα χωρίς να πέσει στα χέρια τους. Τον τραυμάτισαν όμως στο χέρι και πήγε για γιατρειά σ’ ένα σπουδαίο εμπειρικό της εποχής εκείνης, το Μέτο, που έμενε στην Κυπαρισσία.
Ο Μέτος είχε την κακή φήμη πως πληρωνόταν από τους Τούρκους για να φαρμακώνει τους Έλληνες. Γι’ αυτό οι οπλαρχηγοί των Ελλήνων τον φοβέρισαν πως αν πάθει τίποτα ο Γιώρη-Νάκης θα του πάρουν το κεφάλι. Και όταν ο Νάκης έγινε καλά, φεύγοντας για το Διαβολίτσι, έκλεψε του γιατρού το κιτάπι (συνταγολόγιο) κι έκανε ο ίδιος το γιατρό στο χωριό του με πολλές και μεγάλες επιτυχίες.
Παλιός Διαβολιτσαίος ήταν ο Μίχος Κικιρίκος (νυν Καλογερόπουλοι), που δεν αποχωριζόταν το όπλο του. Στη μάχη του Μανιάκι ο δημογέροντας έβγαλε κλήρο να πάνε δυο Διαβολιτσαίοι, άβγαλτοι στο ντουφέκι. Εζήτησαν από το Μίχο να δώσει το δικό του ντουφέκι. Όχι… αγρίεψε ο Μίχος! Θα πάου εγώ! Παναγία μου κάμε να γυρίσω και σου τάζω τις βουβάλες μου. Και πήγε, αλλά δεν γύρισε… Έπεσε στο Μανιάκι.

Καλλιρόη (Μπούγα)
Του Νικολάου Κωνσταντόπουλου 
δασκάλου Καλλιρόης
Το χωριό Καλλιρόη (Μπούγα) βρίσκεται στην Βορειοδυτική πλευρά της επαρχίας Μεσσήνης και κατέχει δεσπόζουσα θέση. Προ του έτους 1928 ονομαζόταν Μπούγα.
Κατά την τουρκοκρατία ήταν έδρα αγά και ο τελευταίος ήταν ο Τζερέκ Αγάς, ο οποίος σκοτώθηκε από τους κατοίκους κατά την έναρξη της Επανάστασης. Το σπίτι στο οποίο έμενε σώζεται ακόμα, ανήκει στο Κων/νο Κανελλόπουλο, ακατοίκητο πια. Κοντά σε αυτό υπάρχει και το πηγάδι από το οποίο έπαιρνε νερό ο Αγάς και φέρει το τούρκικο όνομα «Τζιό».
Από το χωριό αυτό πέρασε η μητέρα του Θ. Κολοκοτρώνη καταδιωκόμενη από τους τούρκους, το 1770. Κατευθύνθηκε στη συνέχεια προς τα Κοντοβούνια, όπου οι Κολοκοτρωναίοι είχαν γνωστούς και συγγενείς και την επομένη γέννησε στο Ραμοβούνι του Μίλα, τον Γέρο του Μοριά. Αλλά και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατά την περίοδο της κλέφτικης ζωής του και κατά την επανάσταση περνούσε από του «Μπούγα», όπου τον φιλοξενούσε ο φίλος του Αναστάσιος Κουτσούκος.
Ο Αναστάσιος Κουτσούκος μυήθηκε νωρίς στη φιλική εταιρία,, ξεσηκώθηκε από τους πρώτους κατά την επανάσταση και επικεφαλής πολλών συγγενών και συγχωριανών του, προσετέθη στις δυνάμεις του Κολοκοτρώνη, Μητροπέτροβα και Μπουραίων. Συνέχισε τον αγώνα μέχρι τέλους της ελληνικής επανάστασης και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες προαχθείς σε Φαλαγγίτη (λοχαγός φάλαγγας). Μετά την επανάσταση, το επίσημο κράτος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα του παραχώρησε αρκετή περιουσία στη θέση Μουντράν όπου βρίσκεται η ομώνυμη πηγή, η οποία ανήκε, πριν την επανάσταση, στον Τζερέκ Αγά.
πριν την επανάσταση οι Μπουγαίοι εξεγέρθηκαν και κατάσφαξαν τους εκεί τούρκους. Ύστερα όμως δυνάμεις του τουρκικού στρατού συνέλαβαν τους δημογέροντες του χωριού Γκίνα και Τσαβαλά, τους οποίους μετέφεραν στο χωριό Σκάλα και εκεί τους παλούκωσαν.

Συνεχίζεται....
**********************************

Η παγκοσμιοποίηση και η πολυπολιτισμικότητα είναι πλέον μια πάγια κατάσταση και κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ζούμε σε μια κοινωνία πολιτισμικής ισοπέδωσης που όλες μας οι δραστηριότητες εξαρτώνται και κατευθύνονται από διεθνή κέντρα αποφάσεων που έχουν κυρίως οικονομική βάση. Η γνώση της τοπικής ιστορίας, θα μας βοηθήσει ν’ ανακαλύψουμε την ιδιαίτερη πολιτιστική μας ταυτότητα και να αποκτήσουμε αντικειμενική ιστορική συνείδηση. Η γνώση του παρελθόντος θα δώσει σε μας και στις επόμενες γενιές τα εφόδια για ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης υποβάθμισης της περιοχής μας, δυστυχώς παρατηρείται και μια αδιαφορία ή και απαξίωση στην ιστορία του τόπου μας και της προσφοράς των προγόνων μας. Με κίνητρο την ηθική υποχρέωση απέναντι στους προγόνους μας που πότισαν τον τόπο τούτο με το αίμα τους, αλλά και με την ελπίδα να διεγείρουμε το ενδιαφέρον των νέων μας για την ιστορία τους, θα αναφέρουμε αποσπασματικά και περιληπτικά κάποια από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα χωριά μας κατά την επανάσταση του 1821 καθώς και την συμβολή τους στον αγώνα.

Το έτος 1806, εκδιώχθηκαν οι κλέφτες από την Πελοπόννησο ,ανάμεσά τους και ο Θ. Κολοκοτρώνης. H στρατιά του Κεχαγιάμπεη, σταλμένη από την « Υψηλή Πύλη», κατέφτασε στη περιοχή μας στο χωριό Σκάλα με 2000 άντρες και πολλά φορτία με παλούκια βαμμένα κόκκινα (ερυθρούς σκόλοπας) . Ο Κεχαγιάμπεης στη θέση «Παλουκόραχη» ανασκολόπισε (παλούκωσε) πολλούς προύχοντες της περιφέρειας μας και πολλούς «κλέφτες».

Κατά την έναρξη της επανάστασης στης 23/3/1821 στη Καλαμάτα, οι κάτοικοι των χωριών μας δεν έμειναν αδρανείς. Την ίδια ημέρα φόνευσαν έως 15 Οθωμανούς, Κεχαγιάδες, σπαχήδες και χαρατζήδες που διέμεναν στη περιοχή μας.

Σε απογραφή στις 7/7/1822 των Πελοποννησιακών στρατευμάτων που επρόκειτο να εκστρατεύσουν στη Στερεά Ελλάδα και μέρος τους να πολιορκήσουν τα κάστρα της Πελοποννήσου που κρατούσαν ακόμα οι Τούρκοι, καταγράφονται 350 στρατιώτες από τα χωριά μας.

Την ίδια ημέρα ο Δ. Υψηλάντης δίνει εντολή στον Αναγν. Σταθουλόπουλο, οπλαρχηγό από το Σπανοχώρι, να σπεύσει με τους άνδρες του προς ενίσχυση της πολιορκίας στα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης.

Υπό τον συντονισμό του Ανδρέα Τζικνόπουλου, στις 15/7/1822, συγχωριανοί μας μετέφεραν με κάρα στο Νεόκαστρο της Πύλου, 5 φορτία με 10 βαρέλια μπαρούτι, καθώς και στης 24/7/1822 μεταφέρουν άλλα 3 φορτία με 6 βαρέλια.

Στις 7/9/1822 κατατάσσονται στο στρατόπεδο στο Δερβένι άλλοι 43 νέοι στρατιώτες συντοπίτες μας.

Την 1/7/1823, ο έπαρχός μας Παναγ. Κεφάλας, γράφει προς το υπουργείο Εσωτερικών επιστολή, με την οποία ζητάει άμεση μέριμνα από το υπουργείο για τα ορφανά του τόπου μας «που υστερούνται και του επιουσίου άρτου», των οποίων οι πατέρες σκοτώθηκαν σε διάφορες μάχες. Ενδεικτικά αναγράφουμε μερικά από τα ονόματά τους:

Από Κατσαρού
Παναγ. Λυκόπουλος, είχε ορφανά 3
Καλογεράκης, ορφανά 6
Νικολ. Κακκαβάς ορφανά 4
Θεοδ. Αναστασόγιαννης ορφανά 2
Παν. Κολομπάτζου ορφανά 7
Βασ. Μαργαρίτης ορφανά 7
Αθαν. Μαστροδημητρούς ορφανά 6

Από Ζευγολατιό
Κωνστ. Μαράκας ορφανά 4
Αθαν. Μαράκας ορφανά 4

Στις 18/6/1823, ο Δημ. Παπατζώνης, γυρίζει σπίτι σε σπίτι και εγείροντας τους κατοίκους στρατολογεί νέα άτομα για τον αγώνα.

Ο WILLIAM GELL στο OF A JOURNEY THE MORE A. αναφέρει ότι κατά την περιήγησή του από τα χωριά μας, σ΄έναν πύργο στο Αλειτούρι δέχτηκε επίθεση ο Κολοκοτρώνης με τους 140 άνδρες του από περίπου 100 Τούρκους. Προς ενίσχυση του έτρεξαν κι άλλοι 30 οπλισμένοι κάτοικοι της περιοχής. Η μάχη δεν ήταν, αναφέρει, πολλή αιματηρή και ελάχιστοι Έλληνες σκοτώθηκαν. Τη νύχτα οι Έλληνες κατάφεραν να διασπάσουν τη πολιορκία των Τούρκων και να διαφύγουν στο βουνό της Ιθώμης. Εξάλλου, ο τόπος μας ήταν πολύ οικείος στον Κολοκοτρώνη. Από νεαρή ηλικία προέβαινε σε συχνές ληστείες στη περιοχή μας, κλέβοντας και ρημάζοντας τους Τούρκους του τόπου. Οι κλοπές του ανάγκασαν τον πασά του Μοριά να δώσει τις διαταγές για τη σύλληψή του. Αυτό αποφάσισε τη μοίρα του. Στην ηλικία είκοσι επτά έγινε «κλέφτης στο επάγγελμα». Το πιο πάνω γεγονός της μάχης αναφέρει και ο Dodwell στο THE HISTORY MODERN GREECE

Αξιοσημείωτη είναι και η υλική συνεισφορά των χωριών μας για τις ανάγκες του αγώνα.
Στις 9/3/1822 οι κάτοικοι της περιοχής μας σε έρανο που διεξήχθη έδωσαν 4.083 γρ.
Στις 7/4/1822 έδωσαν στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη 4975 γρ.
Στις 12/4/1822 οι κάτοικοι της περιοχής μας αυτοβούλως πρόσφεραν 4.000 γρόσια.
Στις 6/6/1823, οι κάτοικοι του Αλιτσελεπή πρόσφεραν 1000 γρόσια.

Συγκινητική είναι οι προσφορά των φτωχών κατοίκων που δεν είχαν να δώσουν χρήματα.
Πουλούσαν τα χωράφια τους ώστε να συνδράμουν στις ανάγκες των αγωνιστών.
Έτσι βλέπουμε να πωλούνται χωράφια για τον λόγο αυτό στο Σιάμου, στο Κατσαρού, στο Μούστα, στο Αλιτσελεπή και σε όλη σχεδόν την περιοχή.

Είναι η ειρωνεία της ιστορίας, πού πάντα καταθέτει τα στεφάνια της δόξας στους τόπους των μαχών και χαρακτηρίζει ως άγνωστους στρατιώτες τους ήρωες που έχυσαν το αίμα τους για τον τόπο. Αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του έπαρχου Μεθώνης Α. Λουκούπουλου στον οπλαρχηγό Αν. Σταθουλόπουλο στις 4 Ιουνίου 1823:

«…έφθασεν εχθρικός στόλος εις Μεθώνη. Να ετοιμάσετε τους στρατιώτας σας προς βοήθεια, όπου αν κάμη κανένα κίνημα ο εχθρός , να μας προφτάσουν.


Εν βία μένω»

Όλοι γνωρίζουν τις μάχες στη Μεθώνη, ποιος όμως αναρωτήθηκε ποιοι τις έδωσαν…; Το ίδιο ισχύει και για το Μανιάκι, για το Βαλτέτσι και για κάθε μάχη.

Παρακάτω αναφέρουμε μερικά από τα ονόματα από τους ήρωες του χωριού μας:

Κατσιμπάρος ή Κατσιμπαρόπουλος Γεώργιος
Από το Σπανοχώρι Μερόπης . Κατά τη βεβαίωση των οπλαρχηγών Νικ.Δικαίου Φλέσσα, Νικηταρά, Θ. Πουλοπούλου από τη Σκάλα, και Καν. Δεληγιάννη «ούτος έχων υπό την οδηγία του άνδρες εκ των γύρω χωριών πολέμησε στον άγιο Αθανάσιο Καρύταινας, στο Βαλτέτσι, στη πολιορκία της Τριπόλεως , στα Δερβενάκια, καθώς και κατά των Αράβων στα Τρίκορφα, Δραμπάλα και αλλαχού» και «εξεπλήρωσε με γενναιότητα και προθυμίαν τα στρατιωτικά του χρέη και διατηρούσε πάντοτε με τους υπό οδηγίαν του στρτιώτας περίπου 100 έντιμων διαγωγήν …».Υπαξιωματικός Β’ . Διετέλεσε και δημοτικός σύμβουλος Οιχαλίας μετά την απελευθέρωση κατ’ επανάληψιν.

Νιάρχος Διονύσιος
Από τη Μερόπη, η καταγωγή του όμως είναι από το χωριό Πεύκο (παλαιότερα Μπάλα). Αυτός συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 και πολέμησε στη Τρίπολη, Βαλτέτσι, Δερβενάκια, και αλλού. Στα 1823 ως εκλέκτορας συνυπογράφει αναφορά της επαρχίας Νησίου για την αντικανονική εκλογή ως πληρεξουσίου της επαρχίας του Κων. Καλαμαριώτη, και τάχθηκε υπέρ της εκλογής του Γ. Δαρειώτη (ΓΑΚ, Υπ. Εσωτ. 23 Ιουλ.1823, φακ.19)

Σταθόπουλος Δημήτριος
Από τη Μερόπη (συνοικισμό Τόσκεσι). Είναι γνωστός ως αγωνιστής διότι ως συμπολεμιστής του συνυπογράφει ένορκο βεβαίωση για τη συμμετοχή του Ηλ.Νικολοπούλου από τη Μερόπη στην επανάσταση (ΑΧΕΒ, φακ. Ηλ.Νικολοπούλου) . Δε σώθηκε δική του αίτηση ή άλλο στοιχείο.

Τζίρος Αθανάσιος
Από τη Μερόπη . Υπηρέτησε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα ως στρατιώτης . Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ειδικός δημαρχιακός πάρεδρος για το Τόσκεσι στο Δήμο Οιχαλίας (ΓΑΚ, Μονας., φακ.371 εις εγγρ. Της 30 Σβρ.1842 ) κι επειδή ήταν εντελώς αγράμματος υπέγραφε αντ’ αυτού ο Απόσ. Παπαδόπουλος .

Κι ακόμα: Παν. Μπαλτουμάς (Παλτουμάς), Γ. Κατσιμπάρος, Δημ Σταθόπουλος, Ηλ. Χριστόπουλος. παπα-Παύλος, Νικ. Σταυρόπουλος, Καλ. Σταθόπουλος, παν. Θωμόπουλος, Παν. Γκονόπουλος, Γ. Νικιτόπουλος, Πανάγος Κοτσίρης, Ηλ. Σταμάτης, Ανας. Μαρκόπουλος παρκόπουλος (Μπούτος). Αναγν. Αλεξόπουλος, Αναστάσιος Φουσετζής, Θ. Φρουλέγκας (Φρουλέκας)) Νικήτας Φρουλέγκας (Φρουλέκας) Αδάμης Αλεξόπουλος. Σταύρος (χωρίς επώνυμο), Δημ. Μπάζος (Μπάρτζος), Σπ. Μπάρτζος, Γ. Καλένης, Θ.Σιολής.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΡΟΠΗΣ

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΑΣ

Αναστηλώνεται το σπίτι της Κάλλας