ΤΟΠΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

Συλλογή υλικού κατά το έτος 1887 από τον Νικόλαο Λάσκαρη.
Δημοσιεύτηκε στην «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά» το 1960 απ' όπου αναδημοσιεύουμε ένα μικρό ενδεικτικό μέρος.

Για τη γυναίκα

  • Άμα η γυναίκα αρχίσει, τη δουλειά της δε θ’ αφήσει.
  • Βάρει με, αντρούλη μου, κι εγώ ότι ξέρω κάνω.
  • Γυναίκα οπού περπατεί και τον κώλο της κουνεί, έχε τη χωρίς τιμή.
  • Γυναίκες παλεύανε, την αλήθεια λέγανε.
  • Η πόρνη θέλει να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει.
  • Των γυναικών η μάζωξη ωσάν τις καρακάξες, όταν μαζεύονται πολλές, έχουν τις ίδιες πράξες.
  • Η γυναίκα είναι κόλλα, και γυρεύει από όλα.
  • Η γυναίκα άφησε το πουλί και βγήκε από το κλουβί.
  • Η κακή γυναίκα χάνει το σπίτι πο ‘χει αλεύρια.
  • Μακριά μαλλιά και λίγη γνώση!
  • Ο άντρας να φέρνει το σακί, και η γυναίκα να βγάνει με το βελόνι.
  • Για να γυρίσεις γυναίκας κεφάλι πρέπει να χαλάσεις το δικό σου.
  • Όσες δεν κάνετε παιδιά, δεν είστε πλιό γυναίκες, πάρτε τα ντουφεκάκια σας και να γενήτε κλέφτες.
  • Η γυναίκα στα ξένα χέρια χαίρεται.
  • Αμαρτίες πο ‘χεις άντρα! Ή εσύ να πέθαινες ή εγώ να χήρευα!
  • Το βυζί και το μαλλί, των γυναικώνε η στολή.
  • Η γυναίκα θέλει φύλαμα σαν το γυαλί.

Για την εργασία.

  • Από μπονόρα στη δουλειά, κι από νωρίς στο σπίτι.
  • Δανείσου και ξόδευε, εργάσου και σόδευε.
  • Δουλεμένο, ζηλεμένο, του θεού ευλογημένο.
  • Δούλεψε να φας και κράτει να ‘χεις.
  • Δούλεψε στα νιάτα σου, να ‘χεις στα γερατειά σου.
  • Οκνός νέος, φτωχός γέρος.
  • Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντης της.
  • Η δουλειά κάνει τα’ άσπρα, κι ο γιατρός τα κάνει πάστρα.
  • Θα βρέξεις κώλο να φας ψάρι.
  • Θα πετάξεις λιθάρια, να φας αχλάδια.
  • Ο Χαραλάμπης με τα φορέματα, άφησε τ’ αμπέλια και τα πήραν τα ρέματα.
  • Ο Αντώνης ο καημένος, με τα λάχαν’ αποκρεύει, και τ’ αμπέλια τα δουλεύει.
  • Τα πολλά χέρια στο μαλλί, τα λίγα στο τυρί, και τα ξερά στο βούτυρο.
  • Η νύχτα κι η αυγή βοηθάει σαν αδερφή.
  • Τ’ άλογο ψοφάει απουκάτου στ’ αγώι.
  • Ένα χρόνο άσπορος, δέκα χρόνια δύστυχος.
  • Όποιος δουλεύει, θέλει να φάει, κι όποιος κάθεται, θέλει να φάει και να πιεί!
  • Το σιγαλό νερό, τρουπάει το βουνό.
  • Όποιος σκάφτει, πρέπει να σφίγγει τα δόντια του…

Για το κρασί.

  • Αν έχετε κρασί για χύσιμο, δεν έχουμε κοιλιά για σκίσιμο.
  • Απ’ ούλα τα μυριστικά, κάλλιο μύριζ’ ο φούρνος, κι απ’ ούλα τα πετούμενα, κάλλιο το λέ’ η κανάτα!
  • Είμαστε μια χούφτα χώμα, φέρε μας μια κούπα ακόμα!
  • Ας φάμε να πάμε, ας πιούμε να δούμε!
  • Καλό κρασί, κακό κεφάλι!
  • Το κρασί, την κάρα σει.
  • Όπου οίνος και παιδία, δαίμονος ουκ έστι χρεία.
  • Κρασί σε πίνω για καλό, και συ με πας στον τοίχο. Και κάνω για να σηκωθώ και συ με ρίχνεις πίσω!
  • Κάλλιο ξινό κρασί, πέρι γλυκό νερό!
  • Όγοιος μήνας έχει «ρο», μη ρίνεις στο κρασί νερό.
  • Σε κερνώ, να με κερνάς, δε σε κερνώ να μ’ αγαπάς!


Για τον φτωχό

  • Απ’ ότι φορεί κι αλλάζει, άλλο δεν περιποτάζει.
  • Από φτωχό μη δανειστείς, τι κάθεται και κλαίει.
  • Η φτώχεια φέρνει γκρίνια.
  • Γαρούφω, Γαρούφω, βγάλ’ το ξένο ρούχο!
  • Παίρνει τ’ αλεύρια δανεικά και το προζύμι ξένο!
  • Ο φτωχός είναι κουτός!
  • Ούτ’ ο φτωχός ούτ’ ο λόγος του.
  • Δίνεις άσπρα, δίνεις γνώση. Δίνεις φτώχια, δίνεις τρέλα.
  • Πότ’ εφτώχυνες, φτωχέ μου; -Όταν μικρανάθρεφα.
  • Του φτωχού τ’ αρνί δεν γίνεται κριάρι.
  • Ο φτωχός άμα πλουτίσει, έλα Χάρε κι έπαρέ του!
  • Ο φτωχός δικό δεν έχει, ούτ’ ο πεθαμένος φίλο.
  • Επέθαν’ ένας άρχοντας, η γης ετρεμουκίστη. Κι επέθανε ένας φτωχός, κανείς δεν αγροικίστη!
  • Η φτώχεια είναι αρρώστια αγιάτρευτη.


ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΕΣ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
1. «Και τα κρεμύδια τα ‘φαγε, και το ξύλο το ‘φαγε και το χρέος πλέρωσε!»
Μια φορά ένας ραγιάς εχρώσταγε χρέος σε Τούρκο και δεν ήθελε να το πληρώσει, λέγοντας πως δεν έχει. Ο Τούρκος του είπε ότι, ή θα φάει σαράντα κρεμμύδια, ή θα φάει σαράντα ξυλιές, ή θα πληρώσει το χρέος. Ο ραγιάς επροτίμησε τα κρεμμύδια. Τρώει δέκα – είκοσι και μετανιώνει. Διαλέγει τις ξυλιές, αλλά μόλις έφτασε σ’ έναν αριθμό που δεν υπέφερε άλλο, μετανιώνει και πληρώνει το χρέος του.
2. Εγώ σουπιά το βάφτισα!
Ένας καλόγερος αρρώστησε, αλλά ο ηγούμενος δεν ήθελε να τον αρτύσει. Τότε ο καλόγερος αναγκάστηκε κι έκλεβε τις κότες, τις έβραζε και τις έτρωγε. Οι κότες εχανόσαντε. Ένα βράδυ πάει ο ηγούμενος στο κελί του καλόγερου και τον ρωτάει τι βράζει –«Σουπιά» του λέει. –«Δε μου δίνεις λίγια, γιατί έχω μια λιγούρα!». –«Μάλιστα», λέει ο καλόγερος κι αμέσως βουτάει με το πιρούνι ένα μηρί. «Είναι κότα!» του λε’ ο ηγούμενος. –«Εγώ, όταν το ‘ρινα στο νερό το βάφτισα σουπιά» λέει ο καλόγερος.
3. Δεν τον λένε «Τέτοιο», τον λένε «μπάρμπα-Πέτρο»
Μια άπιστη γυναίκα, όταν πέθανε ο άντρας της, επειδή δε μπορούσε να τον κλάψει, έδωκε σε μιαν άλλη γυναίκα λάδι και κουκιά να τον μοιρολογήσει. Εκείνη δεν ήξερε τα’ όνομα του πεθαμένου, ούτε είχε όρεξη να κλάψει, και του ‘λεγε σαν να τον μοιρολογάει:
-Τάχα να βράζουν τα κουκιά, και ναν καλό το λάδι,
Τέτοιε μου, Τέτοιε μου!
Η γυναίκα τότες του πεθαμένου, που ήτανε στο πλαϊνό δωμάτιο της είπε τραγουδιστά: «Δεν τόνε λένε Τέτοιο, τον λένε μπάρμπα-Πέτρο!»
4. Κατά το φερμάνι πο’ χεις, πώς δε σκότωσες και μένα!
Επί Τουρκοκρατίας ένας Έλληνας εσκότωσ’ ένα άνθρωπο. Τον επιάσανε και τον επήγανε στην Τρομπολιτσά να τον δικάσει ο πασάς. Ο πασάς τον ρωτάει αν εσκότωσε τον άνθρωπο, ο φονιάς με μεγάλη αταραξία του λέει: «Τον εσκότωσα». –«Γιατί;» τον ρωτάει ο πασάς. –«Είχα φερμάνι!» Κι αμέσως του βγάνει μια κόλλα με χαρτί, όπου είχε πάνω πολλά χρήματα κολλημένα. Μόλις την είδε ο πασάς, είπε την παροιμία.
5. Ή θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ σήμερα!
Ήταν ένας στο σπίτι μιας γυναίκας, που τη νοστιμευότανε, και της λέει: -«Έχω ένα θυμό, που θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ σήμερα!» -«Σε καλό σου!» του λέει εκείνη, «πως θα γένη τούτο;» - «Να, της λέει, θα ξαπλώσω επάνω σου, θα φωνάξεις εσύ, θα έρθει ο άντρας σου με το μαχαίρι, εγώ θα βγάλω το κουμπούρι και θα σκοτωθεί ο ένας απ’ τους δυό μας». –«Χριστιανέ μου!» του λέει εκείνη, «για να μη σκοτωθείτε, εγώ δε θα μιλάω!»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΡΟΠΗΣ

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΑΣ

Αναστηλώνεται το σπίτι της Κάλλας