ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΕΡΟΠΗ

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 13, 2010 Αναρτήθηκε από ΚΡΕΣΦΟΝΤΗΣ

Εψές, περπάτησε η Σελήνη. Ήμουν βολεμένος στο κρεβάτι μου, αλλά αυτή η καταφερτζού
με ξεσήκωσε. Πάνω αυτή, κάτω εγώ, με έβγαλε στο δρόμο της αγοράς.
Γεμάτος λακκούβες ο δρόμος άλλα κάποτε θα τον κάνουν άσφαλτο έτσι είπε ο Πρόεδρος αλλά πότε;
Εκεί στην αρχή, μπροστά- μπροστά το πεταλωτήριο του Μήτσου του Τάρνα. Πετάλωνε ενα άλογο ενός Μπαλαίου. Απέναντι ο φούρνος του Ρήγα και μυρωδιές από το άσπρο ψωμί. Αχ νάχα ενα πενηνταράκι να πάρω μισό φρατζολάκι ψωμί... Λες και το κατάλαβε ο μπαρμπα Χρήστος.
-"Έλα ρε, πάρε μισό φραντζολάκι". Έγινε όλος ο κόσμος δικός μου.
Μασουλώντας το φραντζολάκι, έκανα λίγα βήματα. Ο Μητσιάκος ειχε ανοίξει το καφενείο, είχε απλώσει τις καρέκλες, ο Θοδωράκης ο Τσούκλος είχε καταβρέξει και εκεί στη Δάφνη πόσους δεν συνάντησα...
Ηταν εκει ο Κάiζερ και έπαιζε πρέφα. Ο Δημητράκης ο Τράκας τον πείραζε.Ο Χρήστος ο Μάρκος με τον δάσκαλο τον Πανούση περίμεναν τον Τάρνα να παίξουν πινόκλι.
Ήταν και ο πατέρας μου εκεί. Καθόταν λίγο άβολα στην καρέκλα γιατί δεν τον άφηναν οι άτιμοι οι ρευματισμοί. Στο ίδιο τραπέζι καθόταν ο Μιχάλης ο Λιώτσης και ο γερο Γιαννούλης από του Μούστα.
Κανένας τους δεν έπινε καφέ. Το κατάλαβα, δεν είχαν να πληρώσουν. Ας ήταν δυνατό να μπορούσα να τους κεράσω εγώ. Όμως κι εγώ δεν είχα....
Άσε τις συγκινήσεις και προχώρα μου ψιθύρισε η Σελήνη.
Ο Γιώργης ο Κουντούνης λαγοκοιμόταν στον πάγκο του, όταν τον ξύπνησε μια φωνή.
-Εφημερίδεεεεες ακούστηκε από μακρυά η φωνή του Κολινιάτη. Άφησε μια στο καφενείο, έδωσε στα κρυφά και μια "ΑΥΓΗ" στον Πέτρο τον Μάμαλη και πήγε στα παραπέρα καφενεία.
Από απέναντι άλλη βραχνή φωνή ακούστηκε. Πορτοκαλάκιαααα- μανταρινάκιααα φώναζε ο Μανίτσας και τραβούσε το γαιδουράκι του φορτωμένο με δυό κόφες μαναβικά.
Περπάταγα στη μέση του δρόμου αγναντεύοντας την κουκουναριά του Κριμπά. Αλλωστε τι να φοβηθώ ότι θα με πατήσει?. Το λεωφορείο αργεί να περάσει. Δεν περνάει τίποτα άλλο.
Μωρέ, είναι ωραίο το χωριό μου, ας μην έχει ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ας έχει λασπουριά και παλιόσπιτα. Μπορεί κάποια μέρα αν είμαστε καλά να τα φιάξουμε.
Ο ΤσιροΜίμης μου χαμογέλασε μέσα απο το ραφείο του και προχώρησα.
Ο Μήτσος Πίκινος , ήταν πίσω από τον πάγκο του μπακάλικου και έκοβε ένα κομμάτι χαλβά σε κάποιον που ψώνιζε. Ντρέπομαι να του πω να μου δώσει τα τριμματάκια απο τον χαλβά. Μεθαύριο όμως που θα πουλήσω το χαμολόι, τις ελιές που μάζεψα ,θα αγοράσω ένα μεγάλο κομμάτι για να φάω μέχρι να σκάσω.
Ο κυρ Βασίλης ο Νιάρχος με κοίταξε και με χαιρέτισε. Όλοι στο χωριό μου χαιρετούν όταν περνάς. Δεν κρατήθηκα και του είπα το μυστικό μου. -ΚυρΒασίλη, τις ελιές που μάζεψα από το χτήμα σου δεν στις έφερα όλες για να τις μοιράσουμε. Είχα μαζέψει σχεδόν ένα τσουβάλι και σου έδειξα μόνο ένα καλάθι και εσύ μου είπες: "κράτα τες όλες βρε, να πάρεις τετράδιο και μολύβι". Νάσαι καλά κυρ Βασίλη, δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Κρυφοκοίταξα μέσα στο ραφείο του Μάνου του Μπαλτουμά, απέναντι στο άλλο καφενείο ο κυρΑλέξης ο Κατσιμπάρος, ο Σούφης με το ταξί του και εγώ τάχυνα το βήμα να πάω στο λιοτρίβι του Λυμπερόπουλου. Το βαγονάκι που έχει μέσα για να μεταφέρουν τα τσουβάλια με τις ελιές είναι για μένα ονειρεμένο παιχνίδι.
Ο Νίκος ο Τζαμουράνης ο μηχανικός του λιτριβιού, με αφήνει να παίζω. Λαδούσες, ασκιά, λιοκόκια ένα βουνό. Ψήνουν και άσπρο ψωμί εκεί και το βουτούν στο λάδι οι εργάτες.
Κοντεύω να φτάσω στο τέλος της αγοράς. Ο μπάρμπα Δήμος ο Τσίρος, σιδερώνει ένα κουστούμι και απέναντι ο Γιάννης ο Τσιγκάκης στο μικροσκοπικό μπακαλικάκι μόνος του στη καρέκλα συλλογιέται.
Από το βάθος έρχεται ένα κάρο φορτωμένο ως επάνω με σακιά ελιές. Από το τραγούδι κατάλαβα,είναι ο καλοσυνάτος ο Βασίλης ο Μπίνιος. -Γεια σου βρε μπάρμπα Βασίλη, νάσαι πάντα καλά. Εκανα απάνω το δρόμο για την Αλλαγή. Σε λίγο συνάντησα τον παπα Θανάση τον Τζώρτζη.
Ψηλός. Με την άσπρη γενειάδα, σεβάσμιος και λίγο αυστηρός. "Για έλα εδώ, γιατί δεν ηρθες στο Κατηχητικό?" Με μάλωσε. Τι να του απαντήσω τώρα? Ότι είχα πάει να στήσω δόκανα? Δεν θα γλίτωνα την σφαλιάρα. Έσκυψα το κεφάλι και τράβηξα για την εκκλησία.
Τι γίνεται εκεί πέρα. Φωνές γέλια,τσακωμοί των αγοριών , άλλοι κλωτσάνε ένα πάνινο τόπι.
Τα κορίτσια παίζουν καραβάνα και αμπάριζα, ότι θέλεις βλέπεις και ακούς.
Μία παρεϊτσα κάθεται λίγο παράμερα, αμίλητη.
Είναι ο Γιάννης ο Δημόπουλος –ο Κοκκίνης- ο Δημητράκης ο Πανούσης και η συμμαθήτριά μου η Ανδριάνα του Γοβάκη.
Αυτούς η Σελήνη τους φώτιζε λιγότερο.

Το κουδούνι.
Μαζεύτηκαν τα παιδιά να μπουν στο σχολείο. Πόσα να είναι άραγε; 250; 300; Ναι ξέρω, διευθυντής είναι ο δάσκαλος ο Θεοδωρακόπουλος. Είναι εκεί και ο δάσκαλος ο Τζώρτζης, ο Τσιάλας, η Βασιλική με το ποδήλατό της, η Ισμήνη....
-Δάσκαλε, όσα μείνουν στην ίδια τάξη θα τους δώσω εγώ απολυτήριο φώναξε ο Τσετσέκος. Θα τους αγοράζω και τα τσιντζίρια που θα πιάνουν το καλοκαίρι.
Πέρασε και ο Αλκιβιάδης ο Κομίνης, ο καθηγητής, χαιρέτισε τους δασκάλους και με γρήγορο βήμα έφυγε για τον Μελιγαλά.
Κάτι δυνατό με ταρακούνησε στην πλάτη. Ταρακούνησε και την Σελήνη, κι΄άρχισε να πέφτει φεγγαρόσκονη. Πολλή φεγγαρόσκονη. Σκέπασε τα δέντρα, τις κεραμιδένιες στέγες των σπιτιών, έπεφτε στα μαλλιά των ανθρώπων, άρχισε να σκεπάζει και τα πρόσωπά τους τόσο πολύ, που δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Έγιναν όλοι όμοιοι, φεγγαρόσχημοι φεγγαρόχρωμοι, φεγγαροφώτιστοι...
-Δημήτρη, ακόμη κοιμάσαι;
-Βρέ γυναίκα, γιατί δεν με άφησες να τους συναντήσω όλους; Δάκρυσα.
Εψές περπάτησε η Σελήνη....

Του Δημήτρη Α. Πετρόπουλου
  • Digg
  • del.icio.us
  • StumbleUpon
  • Yahoo! Buzz
  • Technorati
  • Facebook
  • TwitThis
  • MySpace
  • LinkedIn
  • Live
  • Google
  • Reddit
  • Sphinn
  • Propeller
  • Slashdot
  • Netvibes

4 σχόλια:

  1. Ανώνυμος είπε...

    Ρε μπαγάσα με έκανες και δάκρυσα,μου θύμισες τα παιδικά μου χρόνια, ίδιοι χαρακτήρες,ίδια παιχνίδια,τα δόκανα που στήναμε να πιάσουμε κανα πουλί να τα φάμε τη Κυριακή με χυλοπίτες. Το παιχνίδι .που κάναμε μέσα στα ζεστά λιοκόκια,και έξω κρύο... ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΣΤΟ ΧΟΡΙΟ ΚΟΚΛΑ

  2. Ανώνυμος είπε...

    Πολύ όμορφο , συγκινητικό, νοσταλγικό. Να είσαι καλά.

  3. Ανώνυμος είπε...

    Αγαπητέ φίλε από του Κόκλα,
    Εμείς οι παλιοί καταλαβαινόμαστε.Πρέπει τα παλιά να τα γράψουμε με λεπτομέρειες για να τα θυμόμαστε και να συγκινίομαστε.

    Δ. Πετρόπουλος

  4. Ανώνυμος είπε...

    Πράγματι ωραίο διήγημα. Ήταν σαν να άκουγα τον παππού μου όταν σττην παρέα διηγούταν παλιές ιστορίες και ανέφερε διάφορα ονόματα παλιών συγχωριανών. Μεγάλο πράγμα να έχεις μνήμη. Σπουδαίες αυτές οι αναφορές για τους νεώτερους. Ευχαριστούμε.

Δημοσίευση σχολίου

Tο Meropitopik δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και ο διαχειριστής διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το Meropitopik ουδεμία ευθύνη φέρει περί αυτών.